Η ιστορία του μικρού πρόσφυγα Ocean από τον Δημήτρη Αντωνίου

refugeesΓεια σας. Το όνομα μου είναι ocean και είμαι εννιά ετών και κάτι. Θα σας πω την ιστορία μου, αλλά θα το κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ γιατί από στιγμή σε στιγμή μπορεί να πιάσουμε στεριά και τότε θα πρέπει να σταματήσω.

Έρχομαι από μια χώρα που δεν είμαι σίγουρος πως λέγεται και αυτό γιατί μπερδεύτηκα όταν χωριστήκαμε σε ομάδες. Υπήρχαν οι νόμιμοι «κακοί» τους οποίους διαλέγαμε εμείς, υπήρχαν οι παράνομοι «κακοί» που θέλαν να κάνουν κακό στους νόμιμους «κακούς» και υπήρχαν και οι τρελοί «κακοί» που ήθελαν να κάνουν κακό σε όλο τον κόσμο. Τώρα σε ποια ομάδα ήμουν εγώ και η οικογένεια μου δεν είμαι σίγουρος. Όταν ρώτησα τον μπαμπά μου το μόνο που έκανε ήταν να με αγριοκοιτάξει. Δεν το έβαλα κάτω όμως. Πήγα ρώτησα έναν παππούλη που έμενε παραδίπλα από εμάς αλλά δεν κατάλαβα τίποτα από την απάντηση του. ‘’Είμαστε τα πειραματόζωα όλων των κακών του κόσμου‘’ μου είπε. Δεν ξέρω τι σημαίνει εκείνη η μεγάλη λέξη στην αρχή, αλλιώς μπορεί να καταλάβαινα. Βασικά, πολλά είναι αυτά που δε ξέρω γιατί δε πήγα και σχολείο, ο μπαμπάς μου όμως μου λέει να μη στεναχωριέμαι γιατί ξέρω καλά όσα πρέπει για να παραμένω ζωντανός, δηλαδή να τρέχω γρήγορα και να αποφεύγω βόμβες. Μη σας φαίνεται περίεργο. Αλήθεια είναι.

Δεν έχω δει ποτέ βόμβα από κοντά αλλά έχω δει τι αφήνει πίσω της. Μάλλον στρόγγυλες και μεγάλες μπάλες είναι οι βόμβες. Έτσι σκέφτηκα αρχικά χτες όταν γύρισα στην αυλή να δω τι απέγιναν οι φίλοι μου. Παίζαμε 3-4 παιδιά μαζί ένα παιχνίδι που το δοκιμάζαμε πρώτη φορά. Πετούσαμε ένα ντενεκεδάκι ο ένας στον άλλον και όπως κάνει πάντα, με φώναξε η μάνα μου να την βοηθήσω να κουβαλήσει μια λεκάνη με πράματα, αδιαφορώντας που μας χαλάει το παιχνίδι. Τότε ήταν που άκουσα το πιο δυνατό μπαμ που έχω ακούσει ποτέ μου. Η γη πήγε πάνω κάτω πολλές φορές και απ’ τους τοίχους και τα ράφια πέσαν όλα τα πράματα κάτω. Η μάνα μου άρχισε να τσιρίζει αλλά εγώ έκανα αυτό που μου έμαθε ο πατέρας μου καλά. Έτρεξα.

Βγήκα έξω αλλά αυτό που είδα με μπέρδεψε και ήθελα να μπω πάλι μέσα. Έβαλα τα δυνατά μου όμως και πήγα πιο κοντά για δω με σιγουριά τι απέγιναν οι φίλοι μου. Εκεί που πριν ήταν η αυλή του σπιτιού μου τώρα υπήρχε μία μεγάλη στρόγγυλη τρύπα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό είχε γίνει. Που πήγαν οι 3 φίλοι μου; Ήταν κάπου βαθιά μέσα στην γη ή κάπου ψηλά στον ουρανό ; Δεν είχα όμως χρόνο για να βρω απαντήσεις στα ερωτήματα που με βασάνιζαν. Ποτέ δεν υπήρχε χρόνος για ερωτήσεις. Όχι στη χώρα. Έπρεπε πάλι να κάνω αυτό που ήξερα καλά. Έτρεξα.
Όταν στράφηκα και κίνησα να πάω προς το σπίτι άκουσα ένα δεύτερο μπαμ το ίδιο δυνατό με πριν. Αυτή τη φορά όμως κάτι είχε αλλάξει. Δεν ξέρω τι. Δεν μπορώ να σας πω τι ήταν αυτό. Έπεσα κάτω και δεν μπορούσα να κουνηθώ. Δεν είχα χτυπήσει κάπου. Για αυτό ήμουν σίγουρος. Κάτι άλλο μου είχε συμβεί και από χτες δεν έχω ακόμη καταφέρει να το βρω. Πόση ώρα έκατσα κάτω, ούτε αυτό το ξέρω. Μπορεί 10 δευτερόλεπτα, μπορεί 10 λεπτά, μπορεί 10 ώρες. Κάτι ένιωθα να έχει πεθάνει μέσα μου, χωρίς εγώ να έχω χτυπήσει. Μία ακόμη τρύπα. Κι όμως, κάποια στιγμή κατάφερα να σηκωθώ. Τι να δω όμως μπροστά μου; Άλλη μία μεγάλη στρόγγυλη τρύπα εκεί που πριν ήταν το σπίτι μου. Εκεί που μαγείρευε τα μεσημέρια η μητέρα μου, εκεί που έβλεπε τα απογέματα τηλεόραση ο πατέρας μου, εκεί που κοιμόμουν τις νύχτες εγώ. Αντί για σπίτι υπήρχε μία τρύπα. Να πάρει. Πολλές τρύπες για μια μέρα. Έπρεπε να κάνω αυτό που είχα μάθει για να επιβιώνω. Έτρεξα.

Το τελευταίο πράμα που θυμάμαι είναι αυτή εδώ η βάρκα και τον πατέρα μου να με αγκαλιάζει για να μη κρυώσω. Τώρα που η βάρκα ταρακουνάει απ’ το κύμα αγκαλιαζόμαστε για να μην χαθούμε. Όλοι μάλλον το ίδιο κάνουν. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν περίμενα ποτέ τόσα άτομα να χωράνε σε μια βάρκα. Όχι ότι μπορώ να τους δω όλους μιας και είναι νύχτα και δεν μπορώ να διακρίνω καθαρά τίποτα. Οι φωνές, τα κλάματα και τα χνώτα τους όμως είναι τόσα μα τόσα πολλά. Κάποιες φωνές μάλιστα μου φαίνονται γνωστές απ’ τη γειτονιά. Για να έτυχε να είμαστε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα μάλλον είδαν κι αυτοί τους φίλους τους και τα σπίτια τους να γίνονται στρόγγυλες τρύπες στη γη. Tώρα που το θυμήθηκα όμως, που είναι η μητέρα μου;

Δεν προλαβαίνω να ρωτήσω όμως γιατί κάτι συμβαίνει στην βάρκα και όλοι ταράζονται. Ο πατέρας μου με σφίγγει πάνω του ακόμη πιο δυνατά καθώς οι φωνές και τα κλάματα γύρω μας γίνονται περισσότερα και πιο δυνατά. Μάλλον κάτι φοβούνται, δεν εξηγείται αλλιώς. Αλλά κι εγώ μια από τα ίδια είμαι. Τρέμω ολόκληρος. Ίσως είναι επειδή κρυώνω, ίσως είναι επειδή φοβάμαι, ίσως ακόμη ακόμη επειδή το ίδιο κάνουν και πολλοί γύρω μου και θέλω να τους μοιάσω για να μη νιώθω περίεργος. Άδικα ο πατέρας μου κουμπώνει όσο καλύτερα μπορεί αυτή τη πορτοκαλί φούσκα πάνω μου, αν και η αλήθεια είναι πως δε ξέρω γιατί το φορέσαμε αυτό το φουσκωτό πράμα πάνω μας. Ίσως να είναι για το κρύο και απ’ ότι φαίνεται ο πατέρας μου δεν κρυώνει.

Δε θα πιστέψετε όμως τι ακολούθησε. Κι άλλη τρύπα! Αυτή τη φορά στη βάρκα μας. Μέσα σε δευτερόλεπτα βρισκόμασταν όλοι στο νερό κι αυτό γιατί ταραχτήκαμε όλοι τόσο πολύ που δεν ξέραμε τι κάναμε. Μου φάνηκε σαν να βλέπαμε κάποιο φοβερό τέρας που μας έδειχνε τα δόντια του με τον πιο απειλητικό τρόπο. Κι όμως δεν υπήρχε κανένα τέρας. Μονάχα απόλυτο σκοτάδι. Για την ακρίβεια, δύο ήταν τα σκοτάδια και πάλευαν μεταξύ τους για το ποιο θα νικήσει. Από τη μία το σκοτάδι του ουρανού και από την άλλη η μαυρίλα της θάλασσας. Εμείς που φορούσαμε τη πορτοκαλί φούσκα καταφέραμε να ισορροπήσουμε κάπου στη μέση, τους υπόλοιπους όμως τους κατάπιε ο βυθός. Αυτό πρέπει να ήταν το τέρας που νομίζαμε πως βλέπαμε. Εγώ για να σωθώ προσπάθησα να κάνω αυτό που ήξερα καλά, να τρέξω δηλαδή, αλλά δεν τα κατάφερα. Α ρε μπαμπάκα που να είχες φανταστεί όταν μου μάθαινες πώς να επιβιώνω ότι θα χρειαζόμουν τόσο σύντομα και το κολύμπι.

Πώς τα φέρνει όμως η ζωή. Εγώ που δεν ήξερα κολύμπι κάθομαι τώρα σε ένα βράχο εδώ στη στεριά, πίνω το νεράκι που μου έδωσε μια καλή κυρία, τρώω το ψωμί που μου πρόσφερε ένας καλός κύριος, και σας διηγούμαι την ιστορία πως η μητέρα μου, που ήξερε να τρέχει, βρίσκεται κάπου βαθιά μες τη γη και πως ο πατέρας μου, που ήξερε να κολυμπάει, βρίσκεται κάπου βαθιά μες τη θάλασσα. Η ιστορία μου όμως κάπου εδώ τελειώνει γιατί φτάσαμε στο τώρα. Τι θα κάνω από δω και πέρα δεν είμαι σίγουρος. Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να προχωρήσω.

Το όνομα μου είναι ocean και είμαι εννιά χρονών και κάτι. Θέλω να πάω σχολείο και να μάθω πως λένε τη χώρα μου. Θέλω να ξέρω που πήγαν οι φίλοι μου και τι είναι βαθιά στη γη και βαθιά στη θάλασσα που πήγαν οι γονείς μου. Θέλω να πάω σχολείο για να μάθω τι σημαίνει η λέξη «πειραματόζωο» και επίσης θέλω να ξέρω να μιλάω πολλές γλώσσες για να πω στους κακούς όλων των χωρών ότι αυτό που κάνουν δεν είναι σωστό. Ελπίζω επίσης να μεγαλώσω και να μάθω όλους τους κανόνες επιβίωσης γιατί απ’ ότι φαίνεται δεν είναι μόνο το τρέξιμο και το κολύμπι. Και αφού τα ξέρω ΑΥΤΑ, κάποια μέρα όλα αυτά, θα τα μάθω μετά στα παιδιά μου γιατί αυτό είναι το σωστό. Το όνομα μου είναι ocean, είμαι εννιά χρονών και κάτι και θέλω να ευχαριστήσω όλους τους «καλούς» αυτού του κόσμου, γιατί μου επιτρέπουν να ελπίζω.

Photo by : John Englart

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *