Έτσι είναι η ζωή

profileΝαι, εντάξει, κάποια πράματα τα καταλαβαίνω, δεν είμαι χαζός. Υπάρχουν όμως και πράματα που δεν μου κολλάνε με τίποτα. Δεν μπορώ να τα καταλάβω και ίσως να μην δεν θέλω να τα καταλάβω. Γιατί αυτό; Έλα μου ντε… Μπορεί να είναι στη φύση μου. Τόσο απλά. Αλλά γιατί αυτή η φύση μου να είναι τόσο ανάποδη σε σχέση με των άλλων; Πράματα που στους άλλους προσφέρουν ανακούφιση και ασφάλεια, εμένα μου προκαλούν δυσφορία. Και δεν είναι απλά μια παραξενιά της ψυχής μου, μα συμφωνεί μαζί της και ο νους μου, η κρίση μου, η λογική μου. Δηλαδή έχω επιχειρήματα. Δε λέω ότι αυτό κι εκείνο δεν μου αρέσουν και δεν τα καταλαβαίνω.

Αυτά που θα σας διηγηθώ όμως παρακάτω αποτελούν μια μαύρη τρύπα στον κόσμο μου. Ρουφάει μονομιάς όλα όσα έρχονται σε επαφή μαζί της. Τα ρουφάει κι εξαφανίζονται, χάνονται, δεν υπάρχουν πια. Όσο δυνατά επιχειρήματα κι αν έχω ή ακόμη κι έντονα συναισθήματα, ε δεν έχουν καμιά ελπίδα μπρος στην μαύρη αυτή τρύπα. Σίγουρα έχει να κάνει με τα θεμέλια του κόσμου μου, κάποιος άλλος δηλαδή δε θα είχε κανένα απολύτως πρόβλημα με τα συγχρονιστικά γεγονότα που μου συνέβησαν τότε, εκείνη τη φοβερή περίοδο της ζωής μου. Όχι μόνο δε θα είχε πρόβλημα αλλά θα τα αγκάλιαζε κιόλας σαν κάποια απόδειξη της φανταστικής κοσμοθεωρίας του. Όχι όμως εγώ. Εγώ έχω πρόβλημα. Έχω πρόβλημα, όχι όμως και επιχειρήματα. Τότε τουλάχιστον δεν είχα.

Ήταν Κυριακή και είχαμε αγώνα ποδοσφαίρου μέσα σε ένα χωριό. Το λέω αυτό γιατί έχει τη σημασία του. Σε ορισμένα χωριά νικητής έφευγες μονάχα εάν επέστρεφες στο σπίτι σου σώος κι αβλαβής. Εκείνη τη μέρα όμως δεν αντιμετωπίσαμε τέτοια προβλήματα. Νικήσαμε με σκορ 3-1. Κανονικοί νικητές δηλαδή και εγώ ήμουν αυτός που είχε βάλει την ομάδα μας μπροστά στο σκορ με ένα γκολ που όμως δεν θυμάμαι πως το είχα βάλει. Δεν θυμάμαι τι καιρό έκανε, ούτε τι νούμερο είχα στην μπλούζα μου. Δεν έχω πληροφορίες για το εάν ξεκίνησα βασικός και ποιοι ήταν οι συμπαίκτες μου. Δεν θυμάμαι πολλά. Τα περισσότερα. Κι αυτό είναι κάτι ανήκουστο, κάτι εξωφρενικό για μένα καθώς το μνημονικό μου λειτουργεί άψογα. Ίσως και κάτι παραπάνω από άψογα. Υπάρχει όμως εξήγηση. Ναι υπάρχει.

Μπορώ να σας πω τα πάντα για τα εξήντα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν μετά το γκολ μου. Θυμάμαι ξεκάθαρα την υγρασία που σκέπαζε το χορτάρι και τις λακκούβες που μοιάζαν με τσαπιές στο μουσκεμένο χώμα. Μπορώ να σας περιγράψω με κάθε λεπτομέρεια το αφηνιασμένο και συνάμα πανηγυρικό μου τρέξιμο μετά το γκολ μου, συμπεριφορά που έκανε τους περισσότερους συμπαίκτες μου να ξεκαρδιστούν στα γέλια. Ήξεραν πως ήταν το πρώτο μου γκολ στη σεζόν αλλά δεν περίμεναν να το χαρώ με τόση ένταση. Δεν μπορούσαν να φανταστούν την πίεση που είχα επωμιστεί όσο καιρό δεν είχα επαφή με τα δίχτυα αλλά ούτε και μπορούσαν να διανοηθούν πόση ακόμη ενέργεια έκρυβα μέσα μου. Δεν είχαν δει τίποτα ακόμη. Αυτό νομίζω πως ήθελα να δείξω με το παλαβό μου τρέξιμο μετά το γκολ.

Τα εξήντα αυτά δευτερόλεπτα αποτυπώθηκαν όμως ανεξίτηλα στη μνήμη μου για άλλο λόγο. Εκείνα τα ίδια δευτερόλεπτα δεν έκρυβαν τίποτα το μαγικό αυτά καθ’ αυτά. Δεν είχα καμιά διάθεση και κανένα σκοπό να τα κουβαλάω μαζί μου σαν επτασφράγιστο μυστικό έως και το σήμερα που αποφάσισα να το μοιραστώ μαζί σας. Ήταν απλά ορισμένα δευτερόλεπτα χαράς και ενθουσιασμού που συνοδεύτηκαν όμως από πειράγματα των συμπαικτών μου.

«Κοίτα να το χαρείς όσο μπορείς γιατί άλλο γκολ δε θα βάλεις. Αυτό θα είναι το τελευταίο σου» – μου ψιθύριζε ένας συμπαίκτης και φίλος μου, θέλοντας όμως μονάχα να με πειράξει και όχι να με αποθαρρύνει.

Εντάξει, ήμουν λίγο χαζογκόλης όπως λένε και οι ποδοσφαιρόφιλοι, μα η παραπάνω πρόταση δεν είχε καμιά ελπίδα για να επιβεβαιωθεί. Ήμουν σίγουρος πως εάν δούλευα θα έβαζα πολλά πολλά ακόμη γκολ, χωρίς να χρειαζόταν να ντριπλάρω και τον τερματοφύλακα για να μπω μαζί με την μπάλα μες τα δίχτυα. Αυτό ήξερα άλλωστε να κάνω καλά. Να τρέχω, να ελίσσομαι, να προσπερνάω και να αφήνω τα πάντα μακριά πίσω μου. Κι όμως, κι όμως κι όμως…

Δύο μέρες μετά καθόμουν με τους φίλους μου στο παρκάκι της γειτονιάς και ψάχναμε θέμα για συζήτηση ώστε να περάσουμε την ώρα μας. Αυτό το κάναμε συχνά και μας άρεζε. Απλά συνήθως ήμασταν περισσότερα άτομα και οι ιδέες και οι γνώμες που έπεφταν στο τραπέζι ήταν περισσότερες, κάτι που έκανε τη κουβέντα ευκολότερη. Εκείνο το βράδυ ήμασταν ελάχιστοι αλλά τύχαινε να μη μας πείραζε αυτό, μιας και είχαμε καιρό να βρεθούμε μοναχοί μας εμείς του “πυρήνα” της παρέας μας. Σχεδόν πάντα θα είχαμε τριγύρω μας φίλους μας, αγόρια και κορίτσια, που μεγάλωναν ευχάριστα το παρεάκι, αλλά δεν ήμασταν και “κολλητοί”. Είχαμε μια καλή ευκαιρία λοιπόν εκείνο το βράδυ να συζητήσουμε πράματα που υπό άλλες συνθήκες δεν μας ήταν εύκολο.

Ειλικρινά, δεν θυμάμαι ποιος είχε την ιδέα για τη συζήτηση εκείνη. Πολύ πιθανόν να ήμουνα εγώ. Αλλά μπορεί και όχι. Πιστέψτε με, από εκείνες τις φοβερές μέρες θυμάμαι σχεδόν τα πάντα, το συγκεκριμένο παρ’ όλα αυτά μου διαφεύγει. Το πιο πιθανόν πάντως είναι να ήμουνα εγώ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι νομίζω.

– Δε μου αρέσουν τα γεράματα. Νομίζω θα μου τη σπάει αφόρητα να είμαι γέρος – πέταξα ξαφνικά μες την ησυχία και τράβηξα αμέσως την προσοχή των φίλων μου. Τέτοια ηρεμία είχε που εναρμονίστηκα κι εγώ, μιλώντας αργόσυρτα σαν να λέω κάποιο μυστικό. Όλα γύρω μας ήταν μούσκεμα απ’ την απογευματινή βροχή αλλά ήμασταν νέοι και ωραίοι, με την υγρασία να αποτελεί ακόμη ένα ευχάριστο εφέ στην καθημερινότητα μας. Δεν μας τρόμαζε τίποτα. Γι’ αυτό και είχαμε το θάρρος να σκαλίζουμε τέτοια ζητήματα. – Δε θα ήθελα να πεθάνω στο κρεβάτι, με κατουρημένο βρακί, χωρίς δόντια, σάλια να τρέχουν, μάτια να μη βλέπουν και στόμα να ψευδίζει ασυναρτησίες- και βλέποντας τα πρόσωπα των φίλων μου να παραμορφώνονται από αποστροφή, κατάλαβα πως τους είχα φέρει εκεί που ήθελα. Τους είχα ετοιμάσει για την ερώτηση μου.

– Πως θα θέλατε λοιπόν να πεθάνετε; Εάν μπορούσατε δηλαδή να διαλέξετε το τέλος…

Κι όμως αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια μου, λέξεις που ξετυλίχθηκαν μονάχα για να βουρλίζομαι σήμερα με τους τραγελαφικούς γρίφους της ζωής.
Τι φοβερό ερώτημα ε; Ειδικά όταν πρέπει να το απαντήσουν τέσσερα πιτσιρίκια που λογικά δεν τους είχε απασχολήσει ποτέ ξανά ο θάνατος. Ούτε εγώ είχα την απάντηση, αλλά περίμενα να ακούσω πρώτα τι θα πουν οι άλλοι. Για κακή μου τύχη όλοι περιμέναμε το ίδιο, οπότε δε μιλούσε και κανείς. Κάπως έπρεπε να πάρουμε μπρος. Κρίμα να πήγαινε χαμένη μια τόσο δυνατή ερώτηση.

Τα καταφέραμε όμως. Μετά από ώρα είχαμε σχεδόν όλοι καταλήξει. Προτάσεις λέχθηκαν και ξελέχθηκαν πολλές φορές. Όλο και καλύτερες ιδέες διατυπώνονταν όσο περνούσε η ώρα. Εγώ ήξερα από αρκετά νωρίς τι ήθελα να πω μα δεν το έκανα γιατί φοβόμουν μη παρεξηγηθώ. Όσο καθαρότερα αντιλαμβανόμουν το πλαίσιο των απαντήσεων των φίλων μου, τόσο περισσότερο ανησυχούσα για την δική μου επιλογή. Δεν ήταν ότι φοβόμουν τη γνώμη τους, όχι σε καμιά περίπτωση αυτό. Ίσα ίσα την έβρισκα με κάτι τέτοια. Απλά περίμενα μήπως σκεφτώ κάποιο “καλύτερο” τέλος. Άκουγα τα δικά τους πισωγυρίσματα και καιροφυλακτούσα για το δικό μου. Η αλήθεια είναι πως όλες τους οι απαντήσεις ήταν αρκετά δελεαστικές, εάν δηλαδή μπορεί ένα “τέλος” να χαρακτηριστεί έτσι. Γιατί ένας θάνατος δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ευχάριστος, έτσι δεν είναι; Στην ουσία εμείς εκείνο το βραδινό αναζητούσαμε τον λιγότερο δυσάρεστο αποχαιρετισμό του κόσμου τούτου.

Και πράγματι ακούστηκαν προτάσεις που δεν τρομάζουν και τόσο. Ο ένας φίλος μου για παράδειγμα δήλωσε πως δεν θα τον πείραζε να “έφευγε” κατά τη διάρκεια του σεξ. Θα “πήγαινε” ευτυχισμένος νόμιζε. Ενδιαφέρουσα απάντηση. Πολύ ενδιαφέρουσα θα έλεγα. Δεν ήξερε πως ήτανε να κάνει κανείς σεξ, καθώς ήμασταν μικροί ακόμη, και παρ’ όλα αυτά δε τον τρόμαζε η ιδέα να πεθάνει με αυτόν τον τρόπο. Μάλλον βλέπαμε πολύ τηλεόραση 🙂

Οι άλλοι δύο φίλοι μου κατέληξαν πάνω κάτω στην ίδια εκδοχή. Να “φύγουν” απροειδοποίητα και ανώδυνα με μια καρδιακή ανακοπή λίγο πριν γεράσουν για τα καλά, με την προϋπόθεση να έχουν ζήσει μια «γεμάτη» ζωή. Αυτή η επιλογή παραδεχτήκαμε όλοι πως έμοιαζε η πιο ρεαλιστική και η πιο λογική. Δεν υπήρχε η απαίτηση-παγίδα της κατά τ’ άλλα πολυπόθητης ευτυχίας, ούτε όμως και η διάσχιση ενός αργόσυρτου και βασανιστικού «τέλους». Ήταν ένας έντιμος συμβιβασμός.

Με αυτά και με κείνα είχε έρθει και η σειρά μου. Όση ώρα μιλούσανε οι άλλοι, εγώ κέρδιζα χρόνο για να βρω πως θα το διατυπώσω πιο κατανοητά. Φαινομενικά ήταν ξεκάθαρη η απάντηση μου, αλλά από λόγια δεκαεξάχρονου καλό είναι να μη βιαζόμαστε να βγάζουμε συμπεράσματα.

– Εγώ πάλι αν είναι κάποια στιγμή να πεθάνω, θα ήθελα να γίνει με τρόπο ώστε να βγει και κάτι καλό από αυτό. Θα ήθελα να θυσιαστώ για κάτι ή κάποιον. Έτσι ναι, αξίζει να φύγει κανείς. Αφήνεις κάτι πίσω σου, δε σε ξεχνούνε εύκολα. Ακριβώς πως δεν έχει σημασία. Μπορεί να είναι κάποια πυρκαγιά στο σχολείο, ή ένας σεισμός. Και γω να τρέχω μέσα να βγάλω κάποιον και να τα καταφέρνω, απλά εγώ να μη ξαναβγαίνω ποτέ. Το έχω ονειρευτεί αυτό, αρκετές φορές. Είτε σε έναν μεγάλο κεντρικό δρόμο, να πετάγομαι να σώσω κάποιον και να τα καταφέρνω, μόνο που εγώ στο τέλος θα σκοτώνομαι. Και αυτό το έχω ονειρευτεί. Έτσι δε με τρομάζει ο θάνατος, ή για την ακρίβεια, δε θα με πείραζε τόσο. Όχι ότι θέλω και να σκοτωθώ. Αλλά αν είναι κάποια στιγμή να γίνει, ας γίνει για καλό σκοπό. Ας σώζω μια ζωή που με τη σειρά της μια μέρα ίσως σώσει μια άλλη ζωή. Φανταστείτε το σαν αλυσίδα ή σαν χιονοστιβάδα. Μια καλή πράξη που στην πραγματικότητα ποτέ δε θα πεθάνει, θα προχωράει και θα ταξιδεύει στο χρόνο γεννώντας άλλο καλό. Και γιατί όχι, ονειρεύομαι κάτι μικρό, που ίσως καταλήξει σε κάτι τεράστιο. Κι ας μην είμαι εδώ για να το δω. Άλλωστε όλοι θα φύγουμε. Το θέμα είναι τι αφήνουμε πίσω.

Αυτά νομίζω πως ήταν τα λόγια μου αλλά δεν μπορώ να είμαι και απόλυτα σίγουρος. Το μυαλό κάνει παιχνίδια πολλά. Όταν μας συμφέρει μπορούμε να χτίζουμε κάστρα ολόκληρα αρκεί αυτό να έχει γίνει στο παρελθόν και αρκεί το κάστρο αυτό να έχει γκρεμιστεί και να μην υπάρχει πια. Τότε ναι, κάνουμε θαύματα και μπορούμε να χτίσουμε τα πάντα. Έχει συμβεί και θα συμβαίνει σε πολλούς από εμάς. Όταν όμως υπάρχουν αποδείξεις τα πράματα αλλάζουν. Ορισμένα κάστρα, αν και λίγα, έχουν πραγματικά κτιστεί και δεν είναι δημιουργήματα της φαντασίας ούτε φαντάσματα της μνήμης.

Και εγώ έχω αποδείξεις. Πράγματι τα είπα αυτά τα λόγια. Ναι, μίλησα για τροχαίο ατύχημα και αυτοθυσία. Λίγες μέρες πριν. Το θυμούνται οι φίλοι μου. Αυτό ωστόσο δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Δεν ξέρω αν σε συνδυασμό με την “κατάρα” του συμπαίκτη μου δυο μέρες νωρίτερα, πρέπει να αρχίσετε να ανησυχείτε, ίσως ακόμη και να τρομάζετε λιγάκι. Εγώ τώρα που τα αφηγούμαι έχω κάπως ανατριχιάσει, αλλά δε σταματάω γιατί έχω κι άλλα να πω. Τα πράματα γίνονται ακόμη πιο περίεργα. Κάντε λίγο ακόμη υπομονή.

Εκείνο το βράδυ, μετά τη αλλόκοτη αυτή συζήτηση με τους φίλους μου, η αλήθεια είναι πως δεν κοιμήθηκα καλά. Είχα δει περίεργα όνειρα και είχα ξυπνήσει πολλές φορές. Το περιεχόμενο των ονείρων δυστυχώς δεν το θυμάμαι. Ούτε τότε και προφανώς ούτε και τώρα. Το θέμα όμως είναι ότι στο σχολείο την επόμενη μέρα κοιμόμουν όρθιος και το χειρότερο ήταν ότι ήμουν γενικά στραβωμένος. Δε μιλιόμουν με λίγα λόγια. Εκείνη ακριβώς τη μέρα βρήκε η φιλόλογος να μου χωθεί. Εκείνη την Τετάρτη οι διάφορες συγκυρίες στη δική της ζωή την οδήγησαν στο να βρει το θάρρος-αγένεια και να μου μιλήσει έτσι, με αυτά ακριβώς τα λόγια.

– Αντωνίου, αν δεν σταματήσεις να κοιμάσαι μες την τάξη μου, θα σε πετάξω έξω, μ’ ακούς- είπε με την σπαστικιά τσιριχτή φωνή της και βλέποντας πως δεν ανταποκρινόμουν, φώναξε στον διπλανό μου – Σκούντηξε τώρα αμέσως το παλιόπαιδο που κάθεται δίπλα σου. Σκούντηξε τον για να ξυπνήσει και μετά θα τον περιλάβω καλά.

Ο Μάριος όμως είχε κέφια και δεν της έκανε τη χάρη μα τη βασάνισε λιγάκι ακόμη

– Τρελός είμαι να τον ξυπνήσω και μετά να φάω ξύλο; Ελάτε να τον ξυπνήσετε εσείς…
Η φιλόλογος όμως δεν είχε κάνει αρκετά λάθη ακόμη. Σκόπευε να το τραβήξει κι άλλο. Στην ουσία για το τίποτα, απλά ήθελε με κάποιον να φαγωθεί. Ίσως να είχε μαλώσει το προηγούμενο βράδυ με τον άντρα της. Ίσως να έκανε καμιά αταξία κάποιο απ’ τα παιδιά της. Είχε πολλά νεύρα πάντως.

– Βρωμόπαιδα, έ βρωμόπαιδα! Σας βαρέθηκα, θα σας δείξω εγώ! -στρίγγλισε υστερικά καθώς έκανε να σηκωθεί απ’ την έδρα της. Δεν ξέρω τι είχε πρόθεση να κάνει αλλά είχε ξεπεράσει ήδη τα όρια. Ένα μήνα όλο κι όλο την είχαμε στη τάξη. Ούτε είχε προλάβει να μας βαρεθεί, ούτε είχε και το δικαίωμα να μιλάει έτσι. Είχε πολλά ακόμη να μάθει. Σήκωσα το κεφάλι μου ανόρεχτα και έκανα να την κοιτάξω. Αγρίεψα όσο έπρεπε την έκφραση του προσώπου μου και είπα λόγια που θα τις τρυπούσαν το σμιλευμένο εγωισμό της.

-Πρώτον, δε κοιμόμουν αλλά ξεκούραζα τα μάτια μου. Άμα θέλετε μπορώ να επαναλάβω επί λέξη όλα όσα είπατε τα τελευταία δέκα λεπτά. -κάτι που φυσικά δεν ίσχυε, αλλά μπλόφαρα μιας και ήξερα ότι δε θα προλάβαινε να ασχοληθεί με αυτή μου τη δήλωση. Το έκανα απλά για να ενισχύσω λιγάκι τη διαπραγματευτική μου θέση. Στη συνέχεια θα έλεγα πράματα που θα την πείραζαν πολύ περισσότερο. Όπως είπα και πριν, είχε ξεπεράσει τα όρια. -από την άλλη δεν είπατε και τίποτα που δε μπορεί να το βρει ο καθένας μες στο βιβλίο. Η διαφορά είναι ότι εδώ στην τάξη μας αποπροσανατολίζουν κάπως οι τσιρίδες σας. Αν μπορείτε μιλάτε λίγο πιο σιγά.
Συγνώμη που θα το πω αλλά η έκφραση της τη στιγμή εκείνη ήταν κάτι παραπάνω από γελοία. Με δυσκόλευε τόσο πολύ στην προσπάθεια μου να είμαι βλοσυρός και αμείλικτος. Αντιθέτως, μου ερχόταν να σκάσω στα γέλια.

-Δεν πας να πνιγείς λέω εγώ- μου είπε κάπως αηδιασμένη και έκανε να γυρίσει στην έδρα της. Ένιωθε πως είχε χάσει τη μονομαχία και αυτό την πονούσε. Ήξερε πως δεν μπορούσε να με απειλήσει με κάτι άλλο και επίσης, ίσως να αναγνώρισε αμυδρά ορισμένα ψήγματα αλήθειας στα λεγόμενα μου. Αποφάσισε έτσι κι εγώ να ρίξω κάπως τους τόνους και να πω ένα αστειάκι για να χαλαρώσω κάπως την ατμόσφαιρά.

– Ξέρω καλό κολύμπι. Λίγο απίθανο να πνιγώ- είπα κάπως σιγανά και έσκασα ένα διάπλατο χαμόγελο για να την γλυκάνω λιγάκι.
Τι ακριβώς γινόταν μες το κεφάλι της εκείνα τα δευτερόλεπτα, δεν έχω ιδέα. Πόσο θα ήθελα όμως να ρίξω ελάχιστες κλεφτές ματιές μες το μυαλό της, εκείνη ακριβώς την ώρα που παίρνονταν οι αποφάσεις για τα επόμενα λόγια της. Λέξεις που δεν τις ξεστομίζεις εύκολα, όσο στραβωμένος κι αν είσαι απ’ τις δυσκολίες που σου φέρνει η ζωή. Γιατί θέλω να πιστεύω πως κάτι πραγματικά δύσκολο την ταλαιπωρούσε συναισθηματικά. Γιατί εάν είπε τα παρακάτω λόγια απλά και μόνο επειδή δεν είχε πιει ακόμη καφέ ή γιατί ένας μαθητής της της έκανε λιγάκι τον έξυπνο και την έφερε σε δύσκολη θέση, ε τότε είναι αδικαιολόγητη. Ίσως κάποιος διάολος να φύτρωσε τις παρακάτω λέξεις στο μυαλουδάκι της. Ίσως η μοίρα να έπαιζε το ρόλο της για να γίνουν όλα όπως έπρεπε να γίνουν. Ίσως τυχαία να τις βγήκαν ή να τις είδε σε κάποια ταινία το προηγούμενο βράδυ. Ίσως να ήταν και τρελή

-Να βρεις άλλο τρόπο για να πεθάνεις τότε. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να σκοτωθεί κανείς…
Ναι.. Κάτι τέτοιο μου είπε… και μετά δεν μπορούσε να κάνει μάθημα για βδομάδες… έμπαινε στην τάξη, έβλεπε την άδεια μου θέση και την πλημμύριζαν τα δάκρυα. Δεν έφταιγε σε κάτι. Εγώ κατά βάθος την συμπαθούσα.

Με αυτά και με κείνα, φτάσαμε στο Σάββατο 14 Οκτωβρίου. Εκείνη τη μέρα είχα πολλά να κάνω μα δεν αγχωνόμουν καθόλου. Έπρεπε απλά να βάλω σε τάξη τις δραστηριότητες μου. Το ζήτημα των προτεραιοτήτων ξεπηδούσε παντού και πάντα. Έτσι είναι η ζωή και δε με πείραζε καθόλου. Διάλεγα ένα, δύο, τρία πράματα που έπρεπε ή ήθελα οπωσδήποτε να κάνω ενώ τα υπόλοιπα τα άφηνα στη ροή της ημέρα, κοιτούσα προς τα πού φυσούσε ο άνεμος και με χαμόγελο τον ακολουθούσα.

Αν τώρα οι επιλογές που κάνουμε μέσα στη μέρα μας είναι σωστές ή όχι, αυτό είναι άλλη ιστορία. Δεν μπορούμε να το ξέρουμε ποτέ αυτό. Μονάχα να νομίζουμε πως το ξέρουμε. Γι’ αυτό κι εγώ δεν πολυέσκαγα για μικροπράματα, ακόμη κι αν για λίγο έπεφτα στην παγίδα και νόμιζα ότι είναι μεγάλα και καθοριστικά. Αυτές οι παγίδες είναι που δίνουν αξία στην κάθε μας στιγμή. Χάρη στη μυωπική μας κρίση μπορούμε να μιλάμε για ευτυχία. Ασχέτως που μετά από χρόνια, κοιτώντας πίσω στο παρελθόν, δε βλέπουμε μικροπράματα και μεγαλοπράματα αλλά μονάχα Πράματα.
Μπορεί να κάνω και λάθος. Μπορεί και όχι. Εκείνη τη μέρα ωστόσο έκανα ότι θα έκανε ο καθένας στη θέση μου. Δεν έβλεπα κάποιο “σχέδιο” ούτε κάποια μοίρα. Έβλεπα μονάχα τον λαμπερό ήλιο, τους φίλους μου να χαμογελούν, τη μπάλα να χοροπηδά και τα δύο μου χέρια και πόδια να είναι πρόθυμα να με ακολουθήσουν. Ποιος μπορεί να με κατηγορήσει για τις επιλογές μου; Ναι, σίγουρα, κάτι διαφορετικό αν είχα κάνει απ’ όλα εκείνη τη μέρα, έστω και το παραμικρό, μια άλλη στροφή, μια καλημέρα παραπάνω, ένα ακόμη ανοιγοκλείσιμο των ματιών, ε σήμερα δε θα διαβάζατε αυτά που έχω να πω γιατί δε θα είχα λόγο να πω κάτι .

Κι όμως τα πράματα έγιναν ακριβώς όπως έπρεπε να γίνουν. Το πρωί έκανα κάποιες δουλειές στο σπίτι για να έχω να λέω αργότερα πως ήμουν καλό παιδί και βοηθούσα πάντα στο σπίτι. Μέτα τριγύρισα από δω κι από κει στη γειτονιά για να σκοτώσω την ώρα μου μέχρι το μεσημεριανό φαγητό. Γενικά τα ωραία της μέρας μου εκείνης ξεκινούσαν απ’ το μεσημέρι και μετά οπότε το μόνο που είχα να κάνω στο πρώτο μισό του Σαββάτου ήταν να παλεύω με την ανυπομονησία μου.

Πάμε όμως στα ενδιαφέροντα εκείνης της μέρας. Όσα περίεργα μου έγιναν όλη τη προηγούμενη εβδομάδα, άλλα τόσα μου έγιναν μαζεμένα εκείνη τη μέρα. Φυσικά τότε δεν είχα προσέξει απολύτως τίποτα. Όλα ήτανε καλοδεχούμενα. Κι όσα δεν ήταν, αποδείχτηκε πως κακώς δεν ήταν.
Με θυμάμαι να τρέχω πίσω από μια μπάλα. Για ακόμη μια φορά. Μόνο που έτρεχα με λίγη ένταση παραπάνω παρ’ όλο που ήταν φιλικός ο αγώνας. Είχαν έρθει να με δουν άνθρωποι του Παοκ κι έπρεπε να τους δείξω τι καλό θα έπαιρναν. Έτσι μου είπαν και γι’ αυτό νόμιζαν πως έβαζα τα δυνατά μου. Όχι ότι θα τους χαλούσα χατίρι, μιας και δε μου κόστιζε τίποτα να τρέχω σα τρελός, απλά εκείνη τη μέρα το έκανα γιατί είχε ωραίο καιρό. Τόσο απλά.

Θυμάμαι που κάποιος αντίπαλος παίκτης κόντεψε να τα “χαλάσει” όλα. Τον είχα προσπεράσει δυο-τρεις φορές σε προηγούμενες φάσεις και μάλλον είχε νευριάσει. Δεν εξηγείται αλλιώς η μανία του εκείνα τα δευτερόλεπτα. Δεν πήγαινε καν στη μπάλα. Ήταν ξεκάθαρο πως ήθελε να με γκρεμίσει. Και τα κατάφερε. Βρέθηκα στο έδαφος και έψαχνα να βρω τι είχα σπάσει. Τόση ήταν η ορμή του που ο πόνος διαχύθηκε σε όλο μου το κορμί. Δεν μπορούσα να τον εντοπίσω σε κάποιο σημείο του σώματος μου. Ήταν παντού και πουθενά. Έπρεπε να δίχως άλλο να ψάξω.
Αρχικά κοίταξα τους αστραγάλους μου γιατί αυτοί πάντα την πλήρωναν τη νύφη στα πεσίματα μου. όχι όμως κι εκείνη τη φορά. Ευτυχώς στριφογυρνούσαν μια χαρά. Ήξερα όμως ότι κάτι κακό είχε γίνει κι έτσι δεν ηρεμούσα. Ίσα ίσα όσο δεν έβρισκα την πηγή του πόνου, φοβόμουν όλο και πιο πολύ. Δεν ήταν ότι δεν είχα ξαναχτυπήσει. Αντιθέτως, σπίτι μου σπάνια γυρνούσα χωρίς πληγές ή χωρίς να κουτσαίνω. Ήταν στη φύση του παιχνιδιού μου να τρώω τις πιο πολλές κλοτσιές. Κάπως έπρεπε να με σταματάνε. Εκείνη όμως την περίοδο δεν έπρεπε να χτυπήσω με τίποτα. Θα μπορούσε να ακυρωθεί ακόμη και η μεταγραφή.

Αμέσως μετά κοίταξα τα γόνατα μου. Δεν άργησε πολύ να με πιάσει κρύος ιδρώτας. Δεν μπορούσα με τίποτα να λυγίσω το δεξί. Κοίταξα τριγύρω μου μήπως κάποιος ήξερε κάτι παραπάνω αλλά έβλεπα μονάχα ιδρωμένα και απορημένα πρόσωπα. Από μέσα τους όλοι πρέπει να έλεγαν το ίδιο πράμα. «Ωχ».

Ήθελα να βάλω τα κλάματα αλλά δεν μπορούσα. Είχαν περάσει μονάχα δέκα δευτερόλεπτα που ήμουν καταγής. Δεν έπρεπε να σπάσω τόσο εύκολα. Ξανακοίταξα γύρω μου για να βρω ένα χέρι να σηκωθώ. Ήθελα να δοκιμάσω να το πατήσω.
Ευτυχώς, ευτυχώς, ευτυχώς. Το κούμπωμα άρχισε να μαλακώνει. Πόσο πολύ μπορεί να είχα τρομάξει. Λες και είχα χάσει δέκα χρόνια απ’ τη ζωή μου. Εκείνο το Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2006, τρόμαξα τόσο πολύ μη τυχόν και είχα πάθει κάτι σοβαρό στο δεξί μου γόνατο, που ένιωθα σα να είχα χάσει δέκα χρόνια απ’ τη ζωή μου. Έχω λόγο που το ξαναλέω.

Αλλά όχι. Ήμουν “τυχερός”. Δεν είχα πάθει κάτι σοβαρό. Στουμπίστηκε αλλά καμιά ρήξη δεν έπαθα. Τη γλίτωσα.
Ξαφνικά κάτι μου συνέβη. Κοίταξα τα χέρια μου και τα είδα να τρέμουν από ενέργεια. Οι ανάσες μου γίνανε κοφτές και η καρδιά μου σφυροκοπούσε σαν τύμπανα πολέμου που καλούσαν τους πολεμιστές να πάρουν θέσεις μάχης. Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ. Ήμουν πανέτοιμος και έψαχνα τον εχθρό μου. Δε μπορούσα να το αφήσω να περάσει έτσι. Δε μπορούσα να επιτρέψω σε κανέναν να παίρνει αποφάσεις για τη δική μου τη ζωή. Γιατί αυτό ακριβώς έκανε ο παίκτης της αντίπαλης ομάδας που με τόση προθυμία και πάθος έπεσε επάνω μου για να με γκρεμίσει. Δεν τον ένοιαζε εάν έσπαγα κάποιο πόδι και ξεθώριαζε μια απ’ τις πιο σημαντικές ευκαιρίες στη ζωή μου. Δεν υπολόγιζε ότι οι πράξεις του μπορούσαν να αλλάξουν τόσο ραγδαία τη ζωή μου.

Γι’ αυτό και βάλθηκα να τον κάνω να μετανιώσει. Φώναξα όσο λίγες φορές στη ζωή μου. Καθετί πάνω στο σώμα μου βροντοφώναζε πως θα του έσπαγα τα μούτρα εάν δεν ζητούσε συγνώμη. Δε χαίρομαι γι’ αυτό. Ούτε και τότε χάρηκα. Φαινόταν καλός τύπος. Απλά ήταν ατσούμπαλος. Εγώ όμως έβραζα. Όλος ο πρωτύτερος φόβος μου είχε μετατραπεί σε θυμό. Και η αλήθεια είναι πως κατά βάθος δεν φοβήθηκα για τη πιθανή ακύρωση της μεταγραφής μου, ούτε για τις ώρες που θα περνούσα στο κρεβάτι παρέα με ένα πόδι καβουρντισμένο με γύψο. Αυτό που επαναστατούσε μέσα μου είχε πηγή μια ιδέα που δεν εξέφραζε άλλο παρά την αποστροφή μου για την ευκολία που κάποιος άλλος παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.

Αυτά συζητούσαμε με τους φίλους μου λίγες ώρες αργότερα και συμφωνούσαν μαζί μου 100%. Για την ακρίβεια, αυτοί φοβήθηκαν περισσότερο κι από εμένα. Τους είχε πάρει φευγαλέα το μάτι μου όσο ήμουν πεσμένος στο χορτάρι να έχουν κολλήσει στα κάγκελα της περίφραξης και να περιμένουν με αγωνία να δουν πόσο σοβαρά είχα τελικά χτυπήσει. Όπως κι εγώ, έτσι κι αυτοί, μετέτρεψαν τον φόβο τους σε θυμό όταν κατάλαβαν πως “ευτυχώς” την είχα “γλυτώσει”. Οι φωνές τους ακούγονταν απ’ άκρη σ’ άκρη του γηπέδου και οι κινήσεις τους θύμιζαν θεριά ανήμερα έτοιμα να κατασπαράξουν τον “εισβολέα” για να προστατέψουν κάτι δικό τους. Δε χρειάστηκε όμως να παρέμβουν. Το είχα χειριστεί από μόνος μου σωστά.

Αυτά νομίζαμε και γι’ αυτό ήμασταν χαρούμενοι. Είχα “γλυτώσει” από πολλές δυσάρεστες εξελίξεις. Αυτό ήταν προφανές. Νοσοκομεία, αγωνία, στεναχώρια, επεμβάσεις, πόνος, η σπαστικιά μυρουδιά του γύψου, φαγούρα, νεύρα, κρεβάτι, πατερίτσες, διάλειμμα μες την τάξη γιατί εάν έβγαινα θα έβλεπα τους άλλους που τρέχουν και θα τρελαινόμουν ακόμη πιο πολύ, κτλπ, κτλπ. Τα ήξερα όλα αυτά. Τα είχα περάσει κι όχι μονάχα μια φορά. Δεν μπορούσα να τα ξαναπεράσω. Δε γινόταν να τα ξαναπεράσω. Όχι εκείνη τη περίοδο της ζωής μου. Όχι, με τίποτα!

Την είχα “γλυτώσει” όμως κι έτσι βγήκαμε να το γιορτάσουμε. Στο μαγαζί που καθίσαμε επικρατούσε ψιλονέκρα. Απογεματόβραδο Σαββάτου και να μην έχει κόσμο στη παραλιακή, ε αυτό ήταν κάτι ανήκουστο. Και δε ζητούσαμε πολλά. Ολόκληρος πάνω όροφος και δεν είχε ούτε ένα κορίτσι. Ναι, μάλιστα, ούτε μια κοπελιά για να δώσει νόημα στην παρουσία μας εκεί. Αγόρια είμαστε, δεν μπορούσαμε να κουτσομπολέψουμε για ώρες γύρω από τα ίδια θέματα. Εντάξει, τα είπαμε, τα αναλύσαμε, τα συμφωνήσαμε, πέρασε μια ολόκληρη ώρα. Και μετά τι; Ούτε ένα κορίτσι δεν είχε τριγύρω μας. Κάποια για να τη σχολιάζαμε, να την “πειράζαμε”, ακόμη ακόμη να έβρισκε το θάρρος κάποιος από μας για να πήγαινε να της μιλήσει, ίσως και να σκόνταβε καθώς την πλησίαζε και οι υπόλοιποι της παρέας να έσκαγαν στα γέλια και να τον κορόιδευαν για ώρα. Απλά πράματα. Ωραία πράματα.

Δυστυχώς όμως εκείνο το Σάββατο δεν ήμασταν τυχεροί. Αποφασίσαμε να την κάνουμε νωρίς απ’ την καφετέρια παρ’ όλο που πονούσαμε τα ευρώ του καφέ που δεν θα αποσβέστηκαν ποτέ. Καλύτερα όμως 1-2 ευρώ πεταμένα παρά 1-2 ώρες χαμένες. Ήμασταν νέοι τότε και το αίμα μας έβραζε. Δε χαραμίζαμε ούτε δευτερόλεπτο. Βιαζόμασταν. Τρέχαμε προς τα κάπου και δε στεκόμασταν ποτέ. Γιατί αυτό, δε ξέρω. Σα τρένο χωρίς φρένα που κάνει διαδρομές απλά και μόνο γιατί η μηχανή του έχει πάντα καύσιμα. Γιατί όλοι σε αυτή τη ζωή έχουν κατά βάθος ένα σκοπό. Ακόμη και τα πράματα. Τα αντικείμενα. Όλα τους υπάρχουν για κάποιο λόγο. Το τρένο υπάρχει για να ταξιδεύει. Αν είχε στόμα, θα μας έλεγε γεμάτο ενθουσιασμό πόσο χαρούμενο είναι όταν διασχίζει κάμπους ή όταν τρυπώνει και κρύβεται μέσα σε βουνά. Έτσι και η μηχανή του που χαίρεται όταν δίνει ζωή στο τρένο και κλαίει όταν τη σβήνουν για να πάνε οι οδηγοί να κοιμηθούνε. Ότι διψάει για ζωή, χαίρεται μονάχα όταν πίνει νερό απ’ την πηγή. Δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να φύγουμε απ’ την καφετέρια και να αναζητήσουμε λίγα καρδιοχτύπια.

Καταλήξαμε στο σχολείο μας. Ξέραμε ότι εκεί θα βρίσκαμε αυτό που χρειαζόμασταν. Και πράγματι δεν πέσαμε έξω. Μας άρεζε το νυχτερινό μπασκετάκι. Ούτε από κούραση καταλαβαίναμε ούτε από παντελόνια τζιν να μας στενεύουν και να μας δυσκολεύουν. Θυμάμαι ξεκάθαρα το φεγγάρι, μεγάλο στρόγγυλο και ωραίο, σαν την μπάλα του μπάσκετ που χοροπηδούσε εδώ κι εκεί. Τρία παιδιά απ’ τη μια ομάδα και δύο από την άλλη. Στο σκορ πηγαίναμε τσίμα τσίμα. Δεν μας ένοιαζαν τόσο οι πόντοι, απλά κάπως έπρεπε να δίνουμε ενδιαφέρον στη κάθε μπαλιά. Αλίμονο σε αυτούς που θα έχαναν. Θα τρώγαν δούλεμα για καμιά ώρα.

Δυστυχώς χτύπησε το τηλέφωνο μου. Το ρολόι έδειχνε 23.05. Δεν ήταν τηλεφώνημα αλλά μήνυμα. Η μάνα μου μου έλεγε να γυρίσω γρήγορα σπίτι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήξερε ότι τα Σαββατόβραδα γυρνούσα στις 12. Το είχα κερδίσει αυτό το δικαίωμα μετά από πολλούς αγώνες. Τι ήθελε ξαφνικά; Αγχώθηκα και πήρα τηλέφωνο να μάθω. Προς μεγάλη μου έκπληξη μου είπε πως δεν είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Είχε περάσει η ώρα λέει και έπρεπε να γυρίσω σπίτι. Τι στο “διάολο” την είχε πιάσει, δεν ήξερα. Μαλώσαμε λίγο απ’ το τηλέφωνο μα άκρη δεν έβγαλα. Αποφάσισα να υποχωρήσω, αν και δεν ήταν καθόλου του χαρακτήρα μου. Μα καθόλου όμως.

Οι φίλοι μου ψιλοχαλάστηκαν αλλά δεν επέμειναν και πολύ. Ήξεραν ότι για να κάνω εγώ πίσω, μάλλον δεν ήταν διαπραγματεύσιμη η κατάσταση. Ήπιαμε νερό, σκουπιστήκαμε, καθίσαμε λίγο να ξεϊδρώσουμε, χαιρετήσαμε έναν έναν όλα τα υπόλοιπα παιδιά και πήραμε τελικά τον δρόμο της επιστροφής. Θυμάμαι πως σέρναμε όλοι τα πόδια μας. Ναι τελικά κουραστήκαμε. Και σχεδόν σέρναμε τα πόδια μας. Ένας θεός ξέρει πως καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε την καγκελόπορτα για να βγούμε απ’ το προαύλιο. Όταν ήμασταν ξεκούραστοι μας φαινόταν παιχνιδάκι, εκείνο όμως το βράδυ φανταστείτε ότι χρειάστηκε να κάνουμε ο ένας σκαλοπάτι στον άλλον για να το ανεβούμε. Τα καταφέραμε όμως και ξεκινήσαμε την ανηφόρα. Είχαμε κανα εικοσάλεπτο περπάτημα μπροστά μας.

Όσοι ξέρουν την ιστορία αυτή, έχουν απορήσει αρκετές φορές με τα παιχνίδια της τύχης τη βδομάδα εκείνη, στο σημείο όμως αυτό κάτι σαστίζει μέσα τους. Δεν είναι απορία, ούτε τρόμος. Μοιάζει με κενό, σαν το μυαλό μας να δυσκολεύεται να το επεξεργαστεί. Γιατί δεν είναι λογικό. Δεν είχα κανένα λόγο στα 100 μέτρα να ζητήσω να με περιμένουν για να γυρίσω στο σχολείο και να πιω νερό. Αφού είχα πιει 5 λεπτά πριν. Για την ακρίβεια είχα τουμπανιάσει. Λύσσαξα να λέω πως διψάω. Το είπα ξανά και ξανά. Σχεδόν νευρίασα. Ενέργεια με πλημμύρισε στην ιδέα ότι θα κατευνάσω τη δίψα μου. Επέστρεψα στο σχολείο τρέχοντας όχι γιατί δεν ήθελα να περιμένουν ώρα οι φίλοι μου αλλά γιατί αδημονούσα για το νερό που θα έπινα. Η καγκελόπορτα που πριν έκανα πόση ώρα να την ανέβω, τώρα τη πήδηξα με ένα σάλτο. Κυριολεκτικά με ένα σάλτο. Ούτε 3 δευτερόλεπτα δε μου πήρε. Κι έτσι, επιτέλους έφτασα στη βρύση.

Δε θα πω ψέματα, ούτε υπερβολές. Έβρεξα τα χείλη μου με λίγο νερό κι έφυγα χαμογελαστός χωρίς να έχω πιει γουλιά. Η δίψα μου είχε εξαφανιστεί. Για να το πω πιο σωστά, έβλεπα το νερό που έτρεχε μπροστά μου και αναγούλιασα. Τρελό; Τι να σας πω, δε ξέρω. Γι’ αυτό τα μοιράζομαι μαζί σας, μήπως και ξέρετε εσείς.

23.21 : Περπατάμε για την επιστροφή. Εγώ και οι δύο άλλοι αγαπημένοι μου φίλοι. Τα φώτα απ’ το σχολείο λαμπυρίζουν 100 μέτρα πίσω μας. Τρεμοπαίζουν είτε γιατί είναι χαλασμένα είτε γιατί κάτι θέλουν να μας πουν. Κάποιο μυστικό…

Ακούγεται θόρυβος μεγάλος. Και μετά ησυχία. Απόλυτη ησυχία. Για καιρό. Για χρόνια. Μέχρι το σήμερα. Δέκα χρόνια μετά και αποφάσισα να τη σπάσω.

Τρέξαν τα παιδιά απ’ το σχολείο για να δουν τι συνέβη. Βρήκαν τους δυο μου φίλους κολλημένους σε μια τζαμαρία, λιπόθυμους και με τα κεφάλια τους να αιμορραγούν. Είδαν κι εμένα στην απέναντι τελείως πλευρά, κοντά στην άκρη του πεζοδρομίου, βουτηγμένο σε μια λίμνη από αίμα και με το σώμα μου παραμορφωμένο. Δε με πλησίασε κανείς. Καλά έκαναν. Σωστά το ένιωθαν. Μου είχε συμβεί κάτι πολύ κακό.

Και γιατί; Και γιατί αυτό σε μένα; Γιατί κάτι τόσο κακό;

Συγνώμη που θα το πω, αλλά μπρος στα παραπάνω ερωτήματα, ένα παράξενο χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη μου. Ίσως να συμβεί το ίδιο και σε εσάς εάν διαβάσετε την παραπάνω ιστορία πολλές φορές. Γιατί μου είπε ο συμπαίκτης μου μια βδομάδα πριν ότι άλλο γκολ δε θα ξαναβάλω στη ζωή μου και γιατί να επιβεβαιωθεί; Γιατί να μου πει η καθηγήτρια μου ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να σκοτωθώ; Γιατί να ανοίξω τέτοια συζήτηση με τους φίλους μου λίγες μέρες πριν και γιατί να απάντησα πως δε θα με πείραζε να σκοτωθώ στη περίπτωση που με χτυπούσε αμάξι αφού πρώτα είχα σώσει κάποιον; Γιατί τη “γλύτωσα” και δεν έσπασε το πόδι μου εκείνο το Σάββατο στο ματς; Γιατί δεν είχε ούτε ένα κορίτσι στη πιο πολυσύχναστη καφετέρια Σάββατο βράδυ; Γιατί μου έστειλε μήνυμα η μάνα μου; Γιατί γύρισα να πιω νερό; Δε φαντάζεστε πόσα «γιατί» μπορώ να βρω. Γιατί, γιατί, γιατί… Χάνουμε χρόνο και ενέργεια με αυτή την ερώτηση, έτσι νομίζω εγώ. Απαντήσεις δεν υπάρχουν πολλές. Μονάχα μία. Γιατί έτσι είναι η ζωή…

One Response to Έτσι είναι η ζωή

  • ΙΣΩΣ ΓΙΑΤΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΥΧΑΙΑ.
    ΙΣΩΣ ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΖΩΗ.
    ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΗΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΩΡΑΙΑ.
    ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΣΤΕΙΛΕ Ο ΘΕΟΣ.
    ΚΑΙ ΞΕΡΕΙΣ ΓΙΑΤΙ?
    ΓΙΑΤΙ ΗΞΕΡΕ ΟΤΙ ΘΑ ΑΝΤΕΞΕΙΣ ΤΗΝ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ.
    ΗΞΕΡΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΕΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ.
    ΚΑΙ ΑΠΟΤΙ ΕΧΩ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΕΧΕΙΣ ΜΕΓΑΛΗ ΨΥΧΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΣΑΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *