Μάιρα

mairaΉταν ψυχρή η νύχτα εκείνη. Δεν του καιγόταν όμως καρφί. Βγήκε στο μπαλκόνι για να ανάψει ένα τσιγάρο. Οι αισθήσεις του υπολειτουργούσαν. Είχαν όλες πνιγεί μέσα σε ένα κουβά πλημμυρισμένο από φόβο και αγωνία.
Το αναθεματισμένο τσιγάρο δεν άναβε. Το πέταξε. Το πέταξε μακριά. Σχεδόν με αηδία. Το είχε μισήσει έτσι ξαφνικά γιατί κατάλαβε πως θα του στερούσε τις υπηρεσίες του ενός χεριού του. Δεν το ήθελε αυτό. Ένιωθε πως και τα δυο του χέρια έπρεπε να είναι προσηλωμένα στο να κρατούν το φωτισμό του κινητού του αναμμένο για να βλέπει την οθόνη για τυχόν εισερχόμενες κλήσεις ή μηνύματα. Παρ’ όλο που περίμενε τηλεφώνημα, το είχε βάλει στο αθόρυβο γιατί φανταζόταν διαρκώς πως το άκουγε να χτυπάει κι αυτό τον τρέλαινε ακόμη περισσότερο. Τώρα ότι ήχοι κι αν έφταναν στο μυαλό του δεν τους εμπιστευόταν, τους έλεγε να βγάλουν το σκασμό. Αφού το είχε στο αθόρυβο.
Μέχρι ο γιατρός να του τηλεφωνούσε, έπρεπε κάπως να απασχολήσει τον νου του. Δεν υπήρχαν ωστόσο πολλές επιλογές. Του ήταν κυριολεκτικά αδύνατο να σκεφτεί το οτιδήποτε πέρα από την αγαπημένη του φίλη που η ζωή της κινδύνευε τόσο αναπάντεχα. Μάιρα την λέγαν και ήταν ένα πανέμορφο καθαρόαιμο λαμπραντόρ. Το σώμα της ήταν σφριγηλό και το τρίχωμα της έφερνε προς το μπεζ. Μπορεί να έμοιαζε κάπως ατσούμπαλη, αλλά αυτό συνέβαινε γιατί έσφυζε από ενέργεια και ζωή. Απ’ την άλλη, ίσως να ξεγελούσαν λιγάκι τα μάτια της που έμοιαζαν ελαφρώς θλιμμένα, μα σαν γνώριζε κανείς τη Μάιρα κάτι παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα θα βεβαιωνόταν πως ήταν το πιο χαρούμενο πλάσμα που είχε συναντήσει ποτέ του.
Ναι ήταν αλήθεια. Το ήξερε ο Αυγουστίνος από την πρώτη στιγμή. Το σκυλί αυτό θα του άλλαζε τη ζωή.
Όταν ο πατέρας του επιτέλους συμφώνησε, ο Αυγουστίνος ήταν είκοσι ετών. Είχε χρόνο, διάθεση και χαρτζιλίκι που έφτανε. Αυτά για αρχή φαίνονταν αρκετά. Που να φανταζόντουσαν όμως ότι το κουτάβι που θα διάλεγε θα ήταν κάτι παραπάνω από ένα όμορφο γλυκό σκυλάκι. Εντάξει, είχαν ακούσει ιστορίες διάφορες για ανήσυχα σκυλιά μέσα σε σπίτια, αλλά αυτό με το οποίο ήρθαν αντιμέτωποι σαν οικογένεια δεν μπορούσαν να το φανταστούν με κανένα τρόπο.
Αγάπη και τρόμος χέρι χέρι. Όταν κοιτούσε τη Μάιρα στα μάτια η καρδιά του πλημμύριζε από αγάπη και ταυτοχρόνως το μυαλό του θόλωνε από τρόμο. Ποια θα ήταν άραγε η επόμενη της τρέλα; Αφού τα είχε διαλύσει όλα. Σπασμένα ξύλινα τραπεζάκια με μασημένες γωνίες, ξεχαρβαλωμένοι καναπέδες με φαγωμένα μαξιλάρια, κατουρημένα χαλιά και αγνοούμενα αντικείμενα που ήλπιζαν απλώς να έχουν χαθεί κι όχι να βρίσκονταν στο στομάχι της Μάιρα. Δεν ήξεραν τι να περιμένουν. Το σκυλί αυτό έμοιαζε ικανό για τα πάντα. Τέσσερες άνθρωποι μέσα στο σπίτι είχαν διαρκώς τον νου τους για να την αποτρέπουν από σκανταλιές και ζημιές, μα το μόνο που κατάφερναν ήταν να νιώθουν ηλίθιοι καθώς η Μάιρα θα έσκαγε μύτη από κάποια γωνία σέρνοντας πίσω της κάποιο καλώδιο το οποίο θα έφτυνε με καμάρι μπρος στα πόδια τους και θα γαύγιζε χαρούμενη σαν να τους έλεγε: «Δες τι μπορεί να βρει κανείς μες τον τοίχο». Ναι, καλά καταλάβατε. Μπορούσε να ανοίξει τρύπες στο τοίχο. Δάγκωνε και μασούσε κομμάτια απ’ το ντουβάρι. Είναι δυνατόν;
Μην μένουμε ωστόσο στην επιφάνεια του ζητήματος. Υπάρχουν πιο σωστές απορίες. Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο; Γιατί στην ευχή να ήθελε να ανοίγει τρύπες στους τοίχους; Αυτή ναι, είναι μια καλή ερώτηση.
Δυστυχώς όμως πολλές φορές δεν υπάρχει χρόνος για τις δύσκολες αυτές ερωτήσεις. Ακόμη κι αν υπάρχει χρόνος, μπορεί να μην υπάρχει διάθεση ή αν θες πες το κουράγιο ή αντοχές ή δυνάμεις ή ή ή…
– Ο σκύλος γυρνάει πίσω απ’ όπου τον πήραμε. Τέλος. Πάρ’ τους τηλέφωνο να μας περιμένουν μέχρι το απόγεμα. Όσο πιο σύντομα γίνεται μπας και σώσουμε ότι προλάβουμε. Και άσε τις κλάψες! Δε βλέπεις γύρω σου τι γίνεται; – και πράγματι ο Αυγουστίνος δεν είχε κάτι να απαντήσει στον πατέρα του. Tο σπίτι είχε μία εικόνα μεταπολεμική. Ότι είχε σπάσει είχε σπάσει κι ότι άλλο μπορούσε μελλοντικά να σπάσει ή να φαγωθεί, είχε δεθεί ή κολληθεί ή κρυφτεί. Δεν έμοιαζε με σπίτι που θέλει κανείς να ζει. Όποια πόρτα κι αν άνοιγε, μια τουλάχιστον καρδιά ανασκιρτούσε μέχρι η πόρτα να ξανακλείσει και να κλειδώσει. Δεν ήταν κατάσταση αυτή.
Του Αυγουστίνου δεν του ήταν καθόλου εύκολο. Ακόμη κι αν το ήξερε πως δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Είκοσι χρονών παλικάρι κι όμως έκλαιγε σα μικρό παιδί. Παιδί που είχε μάθει δύσκολα πώς να χαμογελά και που σύντομα θα έχανε από κοντά του την αιτία του γέλιου του. Όσες συμφορές κι αν είχε φέρει στη ζωή του η Μάιρα, παρέμενε ο λόγος που το σπίτι είχε γεμίσει από αγάπη και χαρά. Ακόμη κι αν οι “μαύρες” στιγμές φαίνονταν περισσότερες, την αγάπη που εξέπεμπε το σκυλί αυτό δεν μπορούσε να την αρνηθεί κανείς. Κάθε στιγμή κοντά της ήταν ένα μάθημα ζωής αλλά κι ένα μάθημα επιλογής.
– Όποτε είσαι έτοιμος μπορείς να βγεις. – είπε ο πατέρας του στον Αυγουστίνο, καθώς έβλεπε ότι τους περιμένουν. Είχε παρκάρει έξω από το σπίτι της οικογένειας που πριν τρεις μήνες είχαν πρωτοπάρει την Μάιρα. Η φωνή του ακούστηκε παγερή και άχρωμη, λες και απουσίαζε κάθε χροιά συναισθήματος, είτε θετικού είτε αρνητικού. Δεν ήταν όμως αλήθεια. Ο πατέρας του Αυγουστή υπέφερε όσο και ο γιος του. Αυτός ήταν που είχε δώσει το τελικό ΟΚ και είχε δει το γιο του λίγες μέρες αργότερα να κυλιέται πανευτυχής στα πατώματα αγκαλιά με ένα μπεζ καθαρόαιμο κουτάβι λαμπραντόρ. Ποιος πατέρας μπορεί να θέλει να πάρει αυτή την ευτυχία απ’ το γιο του;;
– Πάω – είπε μονομιάς ο Αυγουστίνος, σκούπισε τα μάτια του απ’ τα ποτάμια δακρύων και κίνησε να δώσει πίσω τη Μάιρα. Έξω είχε λάσπες. Κανονικά θα έπρεπε να αγχωθεί για τις λερωμένες πατούσες της. Όχι πια. Δε θα λέρωνε πια το δικό του σπίτι.
-Ευχαριστώ – ήταν η μόνη λέξη που μπόρεσε να ξεστομίσει στην πρώην οικογένεια της Μάιρα, πριν κάνει μεταβολή και εξαφανιστεί με ανείπωτο πόνο σε κάθε του βήμα προς το αμάξι. Ευτυχώς η πόρτα πίσω του έκλεισε γρήγορα και δε χρειάστηκε να ακούει το απορημένο γαύγισμα που θα έκανε το αντίο ακόμη πιο δύσκολο. Μικρή σημασία όμως είχε πια. Οι αισθήσεις του υπολειτουργούσαν. Δεν μπορούσε να νιώσει τίποτα. Σαν κάτι να είχε πεθάνει μέσα του. Όλα είχαν παγώσει. Τίποτα. Ούτε δάκρυα δεν έβγαιναν πια.
Στο δρόμο της επιστροφής, πατέρας και γιος φαινόταν πως είχαν κάνει κάποιου είδους άτυπη συμφωνία. Καμιά κουβέντα και κανένα βλέμμα. Ο καθένας να τα έβρισκε μόνος του με τον εαυτό του. Κοινός τους εχθρός τις στιγμές εκείνες ήταν η ντροπή. Ένιωθαν, τόσο αναπάντεχα, πως είχαν προδώσει την αγάπη και την εμπιστοσύνη της Μάιρα. Δεν είχαν το θάρρος ούτε καν να την προϊδεάσουν. Απλά την εγκατέλειψαν και εξαφανίστηκαν μέσα στο σκοτάδι. Μέσα στη νύχτα κατρακύλησαν με προορισμό ένα κενό. Το ήξεραν και γι’ αυτό ντρέπονταν. Είχαν κάνει την επιλογή τους. Θα πήγαιναν στο σπίτι τους και θα το διαμόρφωναν απ’ την αρχή. Φτου ξελευθερία για όσα αντικείμενα είχαν μέχρι τότε επιβιώσει και δίψαγαν να πάρουν τη θέση τους ανάμεσα στους ζωντανούς. Μπορεί να γέμιζε το σπίτι από δαύτα όπως πριν, μα το καταλάβαιναν πως πάλι άδειο θα ήταν. Οι δυσκολίες. Αυτές έφταιγαν. Το μπολ με τις καραμέλες και η πολυθρόνα με τα μαξιλάρια δεν δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα. Τα έβρισκε κανείς πάντα εκεί που τα άφηνε. Και τη μία δουλειά που είχαν, την έκαναν πάντα σωστά.
Τα ήξεραν όμως αυτά όταν πήραν την Μάιρα κοντά τους. Ήξεραν πως όσες καραμέλες και να φάνε και όσο και να αγκαλιάζουν τα μαξιλάρια του καναπέ, τη ζεστασιά που έψαχναν δε θα την έβρισκαν. Γι’ αυτό ένιωθαν πως την είχαν προδώσει. Γιατί αυτό που πραγματικά αποζητούσαν, τους το έδινε η Μάιρα και με το παραπάνω. Πλημμύριζε με ζωή τα κενά που άφηνε πίσω του ο παραπλανητικός υλιστικός κόσμος, αυτός ο κόσμος που προσφέρθηκε τόσο ύπουλα στον άνθρωπο και του στέρησε το χαμόγελο από τη ψυχή. Γιατί το χαμόγελο στα χείλη πάει κι έρχεται τόσο εύκολα, μα το χαμόγελο της ψυχής σαν φύγει μακριά, δύσκολα ξαναγυρνάει.
– Να πάρει ο διάολος. Το σκυλί θα μείνει μαζί μας. Πάει και τελείωσε. Αν χρειαστεί θα σπάσω εγώ ότι έχει απομείνει! – σε μια τόσο απρόσμενη έκρηξη, άφησε ο πατέρας τη φωνή του να υψωθεί, για να πιστέψει και ο ίδιος αυτό που έκανε. Φρένο, αναστροφή και πίσω για τη Μάιρα. Ο Αυγουστίνος μπορούσε πια να χαμογελάσει και πάλι. Το ίδιο κι ο πατέρας του. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και είπαν όλα όσα δεν είχαν πει τόση ώρα. Ήταν έτοιμοι για κάθε δυσκολία. Όλοι μαζί θα τα αντιμετώπιζαν όλα. Η Μάιρα ήταν πια μέλος της οικογένειας τους.
……..
Όπως ήταν λογικό, τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αυγουστίνος ανέλαβε όλο και περισσότερες ευθύνες γύρω από τη Μάιρα. Δε γινόταν αλλιώς. Για να πετύχει αυτή η φιλία, έπρεπε να βρεθεί η απαραίτητη ενέργεια και ο χρόνος για παιχνίδι, για βόλτα, τάισμα, μπάνιο, χάδια, αγκαλιές κλπ. Δεν είχε την πολυτέλεια να ασχολείται όποτε του έκανε κέφι. Δεν ήταν ένα μπολ με καραμέλες που θα το έβρισκε ακριβώς όπως το άφηνε, ήταν ένας ζωντανός οργανισμός. Μία ψυχούλα και μία φίλη που τον χρειαζόταν καθημερινά. Κι αν δεν θα μπορούσε αυτός, έπρεπε να μπορεί κάποιος άλλος. Το ήξεραν και το αποδέχονταν. Δε γινόταν αλλιώς.
Οι δυσκολίες και οι τρέλες τις Μάιρα δε σταμάτησαν. Απλώς άλλαξαν κατεύθυνση. Στο σπίτι τα πράματα είχαν ηρεμήσει πάρα πολύ. Το κλίμα ήταν σχεδόν ιδανικό. Το σκυλί έδειχνε να έχει ωριμάσει αναπάντεχα. Ίσως και σαν αποτέλεσμα της αγάπης και της φροντίδας που δεχόταν. Ίσως πάλι να ήταν απλά και μία εξέλιξη φυσιολογική.
Απ’ την άλλη, η όρεξη της δεν έμοιαζε φυσιολογική. Για την ακρίβεια, δεν ήταν καν πείνα αυτό. Το λιγότερο, λαιμαργία μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς. Απλά δε σταματούσε να τρώει. Πότε. Δηλαδή δε σταματούσε να τρώει όσο έβρισκε κάτι για να φάει. Αυτό μέσα στο σπίτι ήταν ελεγχόμενο. Έξω όμως η Μάιρα έδειχνε ικανή να φάει το οτιδήποτε. Ο έξω κόσμος της φαινόταν μια παιδική χαρά από λιχουδιές. Μπορεί να ήταν μια τραγανιστή κουκουνάρα ή οι θρεπτικοί φλοιοί των δέντρων. Χράτσα χρούτσα από δω, κρίτσι κράτσα από κει, κάθε φορά το ίδιο σκηνικό. Μόλις ο Αυγουστίνος άκουγε κάποιον περίεργο ήχο, έτρεχε σαν αφηνιασμένος για να προλάβει τη Μάιρα πριν καταπιεί όλα αυτά που στην τελική ήταν βέβαιο πως θα την έβλαπταν.
Ναι αλλά και τι να έκανε; Να της έβαζε φίμωτρο; Δεν του πήγαινε η καρδιά. Όχι, δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο στη Μάιρα. Θα αγρίευε, θα πληγωνόταν, θα γινόταν άλλο ζώο, άλλος ένας θλιμμένος σκύλος. Δεν της άξιζε κάτι τέτοιο. Έπρεπε έτσι να τρέχει διαρκώς από πίσω της. Και ναι, αυτό επέλεξε. Ας του έβγαινε η πίστη. Και τι να κάνουμε δηλαδή;
Αυτά σκεφτόταν στο μπαλκόνι όσο κοιτούσε το κινητό του. Ο γιατρός του το είχε πει ξεκάθαρα. Αν δεν έπιανε κι εκείνη τη φορά η εγχείρηση, το σκυλί ήταν ξεγραμμένο.
Αν της είχε βάλει φίμωτρο, δε θα κινδύνευε έτσι η ζωή της. Αλλά και τι ζωή θα ήταν αυτή; Αυτό το αναθεματισμένο δίλημμα που ξεπηδάει συνέχεια στις ζωές μας. Οι περιορισμοί δίνουν ασφάλεια, αλλά τι να την κάνεις την ασφάλεια, όταν δεν μπορείς να χαρείς όπως λαχταράει η ψυχή σου;
Τα πρώτα καμπανάκια κινδύνου ήχησαν όταν η Μάιρα σταμάτησε να τρώει. Κούρνιαζε σε γωνίες του σπιτιού που δεν είχε ξαναεπισκεφτεί ποτέ της και πεισματικά κοιτούσε τον τοίχο. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Όλοι στην οικογένεια του Αυγουστίνου ήταν σίγουροι πως κάτι την βασάνιζε. Ήταν παράλογο η Μάιρα να μην θέλει να φάει. Εντάξει, είχε και άσχημες μέρες το σκυλί και δεν έκανε τόσες χαρούλες όσο άλλοτε. Αλλά να μην θέλει να φάει για μέρες; Κάτι σοβαρό πρέπει να συνέβαινε.
Το πρόβλημα δεν βρέθηκε εύκολα, μα δε γινόταν κι αλλιώς. Ήταν πασιφανές ότι η Μάιρα υπέφερε. Την ίδια γνώμη είχε και ο υπέρηχος που της έκαναν τελικά οι γιατροί. Στο έντερο της υπήρχε ένα μεγάλο σύσσωμα από διάφορα υλικά που πιθανόν να είχε φάει και δε μπορούσαν να διασπαστούν, ούτε και να εξέλθουν με φυσικό τρόπο. Χρειαζόταν χειρουργείο, αλλιώς θα πέθαινε.
Τότε ήταν που άρχιζαν τα δύσκολα. Η επέμβαση αυτή καθεαυτή δεν είχε δυσκολίες. Η εξέλιξη όμως, μετά την εγχείρηση, δεν περνούσε από το χέρι των γιατρών μα από τον οργανισμό της Μάιρα. Η αφαγία την είχε αποδυναμώσει σημαντικά και το χειρότερο ήταν ότι λόγω της έλλειψης όλων των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών που βρίσκονταν στην τροφή της, ο οργανισμός της είχε σταματήσει να παράγει την ουσία εκείνη που δουλειά της δεν ήταν άλλη παρά να βοηθάει στην επούλωση των πληγών. Αυτό ακριβώς ήταν που φοβόντουσαν οι γιατροί, μήπως το χειρουργημένο έντερο της Μάιρα δεν μπορέσει να γιατρευτεί ποτέ.
Στην αρχή όλα φαίνονταν ότι είχαν πάει μια χαρά. Το σύσσωμα είχε αφαιρεθεί με επιτυχία και το έντερο είχε ραφτεί κανονικά, με τη Μάιρα να δείχνει και πάλι διάθεση για να φάει. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως τα παλαμάκια χαράς καλό είναι να αργούν λιγάκι. Εμείς οι άνθρωποι το κάνουμε συχνά αυτό το λάθος. Ίσως να εμπιστευόμαστε την τύχη μας παραπάνω απ’ ότι πρέπει.
Η Μάιρα την επόμενη μέρα εμφάνισε πάλι τα ίδια δυσάρεστα συμπτώματα με την προηγούμενη φορά. Την πήγαν πάλι στη κλινική. Τα νέα ήταν άσχημα. Το έντερο της είχε πάλι ανοίξει. Έπρεπε να μπει πάλι στο χειρουργείο για να ραφτεί. Όπως κι έγινε. Μετά φυσικά θα έμενε στην εντατική για παρακολούθηση. Τα πράματα είχαν σοβαρέψει αρκετά. Το ξεκαθάρισε άλλωστε κι ο γιατρός. Αν το έντερο άνοιγε πάλι, οι ελπίδες σωτηρίες θα ήταν ελάχιστες. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν καλύτερο να γίνει ευθανασία στο ζώο για να πάψει να υποφέρει.
Αυτό ήταν το τηλεφώνημα που με τόση αγωνία περίμενε ο Αυγουστίνος στο μπαλκόνι. Θα τον έπαιρνε ο γιατρός για να του πει πως πήγε η εγχείρηση. Είχε ελπίδες η φίλη του να γίνει και πάλι καλά; Θα του δινόταν και πάλι η ευκαιρία για να την αγκαλιάσει και να της δείξει πόσο πολύ την αγαπά; Θα της το φώναζε με λέξεις των ανθρώπων μα ήταν σίγουρος πως η Μάιρα θα καταλάβαινε αυτό που ήθελε να της πει. Η ζωή του είχε γίνει πολύ καλύτερη από τότε που γίναν φίλοι. Ο ίδιος είχε γίνει πολύ καλύτερος σαν άνθρωπος από τότε που είχε τη Μάιρα στο πλευρό του.
Τα φώτα της οθόνης του κινητού επιτέλους άναψαν. Ήταν ο γιατρός!
– Αυγουστίνε. – με ήρεμη φωνή πρόφερε ο άντρας στην άλλη γραμμή του ακουστικού. – Αυγουστίνε η εγχείρηση πήγε καλά. Πήγε καλά.. αλλά… – και ακολούθησε μια παύση. Ο Αυγουστίνος παραπάτησε. Αυτό το “αλλά” του έκοψε τα πόδια. Αυτή η καταραμένη λέξη που δε σε αφήνει ποτέ να χαρείς. Υπάρχει μόνο και μόνο για να σου παίρνει αυτό που νόμιζες ότι είχες. Είναι εκεί για να σου θυμίζει πως η αρχή της πρότασης είναι απλά μια αρχή για να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Αν δεν ακούσεις το τέλος όμως, αν δεν μπει η τελεία, δεν έχει να πας πουθενά.
– αλλά οι ενδείξεις δεν είναι αισιόδοξες. Δεν μιλάω για κάτι συγκεκριμένο. Γενικά δεν φαίνεται καλά η Μάιρα.
– Συγνώμη γιατρέ, μα πως μπορεί να δείχνει καλά; – με ίχνη ταραχής στη φωνή του, αποκρίθηκε ο Αυγουστίνος, που κατά βάθος όμως ανακουφίστηκε, γιατί ο γιατρός δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο κακό νέο να του πει. – Τόσες μέρες ταλαιπωρείται με αυτήν την ιστορία. Λογικό δεν είναι να μην φαίνεται καλά;
– Έχεις δίκιο – και με αυτή του την ειλικρινή εισαγωγή, πήρε ο γιατρός μια βαθειά ανάσα για να βρει τη δύναμη να συνεχίσει. Απ’ τη μια, ήταν βράδυ και ο γιατρός δούλευε ακατάπαυστα όλη μέρα. Λογικό να ήταν κουρασμένος και σωματικά και ψυχικά. Κατανοητό να έκανε στο μυαλό του τα εύκολα δύσκολα. Απ’ την άλλη, μπορεί να δυσκολευόταν να πει αυτό που ήθελε, γιατί απλά δεν ήξερε τον τρόπο, χωρίς να στεναχωρήσει τον Αυγουστίνο. – Νομίζω πως καλύτερο θα ήταν εάν ερχόσουν αύριο πρωί πρωί να την δεις από κοντά και θα καταλάβεις αυτό που προσπαθώ να σου πω. Ναι, καλύτερα έτσι. Ίσως είσαι η μόνη της ελπίδα.
Αυτή η τελευταία φράση του γιατρού τρύπωσε μες το μυαλό του Αυγουστίνου και το ροκάνιζε όλο το βράδυ. Δεν φοβόταν απλώς. Αρρώσταινε όλο του το σώμα. Κρύωνε και έχανε σταδιακά την ενέργεια του. Έσβηνε. Σαν και τη Μάιρα. Μπορεί ο γιατρός να μη του είπε κάποιο συγκεκριμένο “κακό” νέο, αλλά τα τελευταία λόγια του υπονοούσαν ότι το τέλος για την αγαπημένη του φίλη βρισκόταν κοντά. Για ποιον άλλον λόγο να τον χαρακτήριζε την τελευταία της ελπίδα. Αυτό σήμαινε πως όλες οι υπόλοιπες είχαν χαθεί; Τόσο απλά; Τόσοι γιατροί, τόση επιστημονική πρόοδο, τόση τεχνολογία και η Μάιρα θα έφευγε απ’ τη ζωή για μια αναθεματισμένη σακούλα σούπερ μάρκετ που έφαγε και σφήνωσε στο έντερο της; Δεν μπορούσε να το δεχτεί αυτό!

Το βήμα του καθώς έμπαινε στην κλινική ήταν γοργό μα και τσαπατσούλικο. Σου έδινε την εντύπωση ότι όπου να’ ναι θα πέσει. Δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό. Αυτό τον δικαιολογούσε. Και όχι μόνο. Έτρεχε έτσι για να βρεθεί κοντά στη φίλη του και να μάθει επιτέλους τι στο καλό συνέβαινε. Είχε πάει καλά η επέμβαση; Κι αν ναι, τότε που ήταν το πρόβλημα;
– Καλημέρα Αυγουστίνε – τον προϋπάντησε ο γιατρός που τον περίμενε στην είσοδο της εντατικής. Ήξερε ότι θα ήταν μια δύσκολη μέρα. Μετάνιωσε για το καλημέρα. Μπορούσε να πει απλώς ένα γεια. Ούτε ο Αυγουστίνος είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Φαινόταν πως το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να μάθει για την κατάσταση της φίλης του. – Μπορεί να σου φανεί τρελό αυτό που θα σου πω, αλλά το πρόβλημα της Μάιρα πια δεν είναι ιατρικό. Εμείς κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε. Τώρα απ’ την Μάιρα εξαρτάται εάν θα ζήσει η όχι.
Ο Αυγουστίνος όμως στραβομουντσούνιασε αμέσως μόλις άκουσε αυτές τις βλακείες. Ήξερε το σκυλί του. Ήταν το πιο χαρούμενο και αισιόδοξο πλάσμα στο κόσμο. Δεν αποτελούσε μία ύπαρξη που αναζητούσε λόγο για να ζει. Ήξερε πολύ καλά την θέση της στο κόσμο. Ήταν ο ορισμός της όρεξης για ζωή, τόσο που την μοίραζε και απλόχερα στους γύρω της. Δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει τον γιατρό γι’ αυτό και κάθε σπιθαμή του σώματος του δήλωνε ξεκάθαρα πως αποζητούσε εξηγήσεις.
– Η εγχείρηση της Μάιρα πήγε μια χαρά. Το έντερο έχει καθαρίσει και έχει ραφτεί προσεκτικά. Το πρόβλημα είναι πως αν δεν ξεκινήσει να τρώει, δεν έχει ελπίδες. Το έντερο θα ανοίξει πάλι πολύ σύντομα. Δυστυχώς δεν φαίνεται να έχει όρεξη για τίποτα. Ελάχιστες φορές έχω ξαναδει κάτι τέτοιο. Είναι λες και τα παράτησε.
Η Μάιρα να τα παράτησε; Αυτό ήταν απ’ τα πιο ηλίθια πράματα που είχε ακούσει ποτέ του ο Αυγουστίνος. Μάλλον ο γιατρός αποτρελάθηκε. Αυτή ήταν η πρώτη του σκέψη. Άλλα λόγια δεν επιθυμούσε να αλλάξει μαζί του. Αρκετά τον τάραξε. Ζήτησε να δει τη Μάιρα αυτοπρόσωπος για να ξεκαθαρίσει την παρεξήγηση μια και καλή. Είχε ξεχάσει βέβαια πως αυτός ήταν ο λόγος που τον φώναξε ο γιατρός στην κλινική.
Μόλις την είδε, ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά του. Η εικόνα ήταν σοκαριαστική. Η Μάιρα δεν είχε πειράξει ποτέ κανένα, κακία δεν υπήρχε στην ψυχούλα της. Κι όμως υπέφερε φριχτά. Γιατί αυτή η αδικία στη ζωή;
Κάτι έπρεπε να κάνει. Κάπως έπρεπε να την βοηθήσει. Το πιάτο με το φαγητό ήταν γεμάτο. Δεν το είχε καν ακουμπήσει. Ίσα ίσα είχε γυρισμένη την πλάτη της σαν να αδιαφορούσε για την ύπαρξη του. Ποιος; Η Μάιρα! Που έτρωγε ότι στερεό μπορούσε να μασήσει.
– Εγώ είμαι κοπέλα μου, ο Αυγουστίνος. Γιατί δε τρως λιγάκι και σου υπόσχομαι θα σε πάρω από δω. Θα γυρίσουμε αμέσως σπίτι. – αλλά στο άκουσμα της φωνής του, το σκυλί δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. – Ε, Μάιρα, εγώ είμαι. Γιατί δεν με κοιτάς κορίτσι μου; Μάιρα !
Είχε αρχίσει να φοβάται. Πως είναι δυνατόν να πειράχτηκε η ακοή της από την εγχείρηση; Αλλιώς δε εξηγούταν. Ανέκαθεν μόλις η Μάιρα άκουγε τη φωνή του Αυγουστίνου, ανταποκρινόταν το δίχως άλλο. Ίσως να έφταιγε η εξάντληση. Μόλις τον έβλεπε όμως θα αντιδρούσε σίγουρα. Θα χαιρόταν τόσο που ίσως άκουγε τον καλό της φίλο και ξεκινούσε επιτέλους να τρώει. Γι’ αυτό κι ο Αυγουστίνος έκανε το γύρω και πήρε θέση για να την κοιτάξει πρόσωπο με πρόσωπο, ευθεία μες τα όμορφα μελαγχολικά της μάτια. Όπως έχουν κοιταχτεί οι δυο τους αναρίθμητες φορές.
Κάτι περίεργο όμως συνέβη. Λίγο πριν φέρει το πρόσωπο του απέναντι απ’ το δικό της, αυτή μετακίνησε το κεφάλι της και στράφηκε αλλού. Μάλλον κακός συγχρονισμός. Θα ξαναπροσπαθούσε. Έκανε τις κινήσεις που έπρεπε για να βρεθεί και πάλι απέναντι της. Πάλι το ίδιο όμως!
– Τι στην ευχή κάνεις ρε Μάιρα!; – φώναξε αγανακτισμένος και συγχρόνως συγκλονισμένος. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε. Η Μάιρα απέφευγε εσκεμμένα να τον κοιτάξει. Δεν ανταποκρινόταν ούτε στα λόγια αγάπης του ούτε στις ματιές του, ούτε στα χάδια του. Και δεν τον απέφευγε με ταραχή και επιπολαιότητα, αλλά με πλήρη συνείδηση των πράξεων της. Αργά και σταθερά. Με θλίψη σε κάθε της κίνηση. Του έδειχνε αυτό που ο Αυγουστίνος δεν ήθελε να δει. Τα είχε παρατήσει και του ζητούσε να κάνει το ίδιο. Να την αφήσει στην ησυχία της να αργοπεθάνει. Περίμενε να εκπνεύσει από μέσα της κάθε στάλα ζωής για να μπορέσει να πάει να συναντήσει το “μετά”. Τι θα ήταν αυτό, δεν ήξερε. Εδώ καλά καλά δεν το ξέρουμε εμείς οι άνθρωποι που καυχιόμαστε για τις γνώσεις μας. Όχι, δεν ήξερε η Μάιρα που θα πήγαινε μετά. Μπορεί να χανόταν στην ανυπαρξία, ή θα έβρισκε ένα πανέμορφο μέρος σαν παράδεισο για σκύλους ή ακόμη καλύτερα, θα πήγαινε εκεί που όλες οι ψυχές, ανθρώπων και ζώων, θα γίνονταν ένα και θα μοιράζονταν όλη την αγάπη που με σθένος είχαν τσιγκουνευτεί στην επίγεια ζωή τους.
Ο Αυγουστίνος βγήκε βιαστικά απ’ την εντατική και έψαξε μέρος για να σωριαστεί. Δεν ήταν η κούραση που τον βάραινε. Κάτι είχε σπάσει μέσα του. Οι ανάσες του πια έμοιαζαν ασθενικές. Σαν να μη ρουφούσε οξυγόνο αλλά δηλητήριο. Κοίταξε γύρω του και δεν αναγνώριζε τίποτα. Σκοτάδι είχε πλακώσει παντού. Η Μάιρα τα είχε παρατήσει. Ο ήλιος του είχε δύσει.
Βγήκε έξω να πάρει αέρα. Τον είχε ανάγκη. Έβγαλε απ’ την τσέπη του να ανάψει ένα τσιγάρο. Ήταν αδύναμος κι έτρεμε. Τελικά όμως τα κατάφερε. Το έβαλε στο στόμα του και πλησίασε τον αναπτήρα για να το ανάψει. Καθώς η φωτιά ζύγωνε, ο χρόνος έμοιαζε να διαστέλλεται. Σαν σεντόνι η κάθε στιγμή που κάποιος την τραβούσε απ’ τις γωνίες για να την μεγαλώσει. Του δινόταν ο χρόνος να κοιτάξει μέσα στο χρόνο. Να δει αυτό που μέχρι τότε κρυβόταν στη στιγμή.
Έπιασε το τσιγάρο απ’ το στόμα του και το έλιωσε. Βγήκε να πάρει καθαρό αέρα και άναψε τσιγάρο. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Το μυαλό του γύριζε. Δεν ήξερε τι να πιστέψει. Χρειαζόταν τη φίλη του όσο ποτέ άλλοτε. Ένα σημείο αναφοράς, κάτι να κρατηθεί, μια άγκυρα, ένας φάρος, μια πυξίδα. Πάντα τον βοηθούσε όταν ένιωθε χαμένος, όταν νόμιζε πως δεν υπήρχαν ελπίδες. Η Μάιρα ήταν πάντα εκεί για να τον στηρίξει. Δεν του έλυνε τα προβλήματα. Του έδινε όμως δύναμη να σταθεί στα πόδια του και να τα αντιμετωπίσει με το κεφάλι ψηλά.
Όση ώρα έκατσε έξω, ο καθαρός αέρας του έκανε καλό. Το μυαλό του ξελαμπικάρισε. Ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει. Απορούσε κιόλας με τον εαυτό του που άργησε τόσο πολύ να δει το προφανές. Έπρεπε να γίνει αυτό, που ήταν η Μάιρα τόσα χρόνια για αυτόν. Ένα στήριγμα. Μία πηγή δύναμης. Ένας φίλος στα εύκολα αλλά και στα δύσκολα. Μια υπενθύμιση πως ότι κι αν φέρνει η ζωή, πρέπει να κρατάμε το κεφάλι ψηλά.
Μπήκε φουριόζος μες την κλινική για να πάει να ξαπλώσει δίπλα στη φίλη του. όση ώρα χρειαστεί. Αρκεί να τον ένιωθε κοντά της. Ήταν η σειρά της να ζεσταθεί απ’ την αγάπη του. Είδε το γιατρό να σπεύδει προς το μέρος του και προβληματίστηκε. Τι να είχε συμβεί όση ώρα σκεφτόταν τη συνέχεια; Όσο χρόνο χρειάστηκε για να αποφασίσει τη στάση του. Τι είχε αλλάξει;
– Δυστυχώς Αυγουστίνε ήρθε η ώρα να πάρεις τη δύσκολη απόφαση. Το έντερο της Μάιρα ξανάνοιξε. Καλύτερα να την βοηθήσουμε να μην υποφέρει άλλο. Έτσι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις. – με περίσσια ψυχραιμία, αναφώνησε ο γιατρός, καθώς ήθελε να δείξει στον Αυγουστίνο πως τα πράματα ήταν αρκετά ξεκάθαρα. Ο δρόμος για τη Μάιρα έφτανε στο τέλος. Ο γιατρός το έβλεπε, γι’ αυτό και ήταν ήρεμος. Ο Αυγουστίνος όμως όχι, γι’ αυτό και βάλθηκε να του χαλάσει την ηρεμία.
– Θα την ράψεις πάλι γιατρέ και θα σε πληρώσω για τη δουλειά σου. Και την κλινική θα πληρώσω για όσες μέρες την κρατήσετε μέσα. Δεν μπορώ και δε θέλω να πάρω την απόφαση για ευθανασία. Αυτό που μπορώ και θέλω να κάνω είναι να την στηρίξω και να πιστέψω σε αυτήν με όλη μου την ψυχή. Νομίζω πως αυτό περιμένει από μένα. Με ακούς γιατρέ; Θα είμαι δίπλα της μέχρι την τελευταία της ανάσα. Γιατί το ίδιο θα έκανε κι αυτή για μένα. Αυτό είναι φιλία γιατρέ. Βάλε λοιπόν τα δυνατά σου γιατί σήμερα εγχειρίζεις τον καλύτερο μου φίλο. Μ ’ακούς γιατρεεεε; – με φωνή που ακούστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη μες την κλινική, σε κάθε διάδρομο, κάθε δωμάτιο και κάθε γωνιά, φώναξε ο Αυγουστίνος ελπίζοντας να τον ακούσει η Μάιρα.
Και ναι! Τον άκουσε!
Τρεις μέρες μετά την εγχείρηση και η Μάιρα έτρωγε σα τρελή. Ο Αυγουστίνος δεν σταματούσε να την βλέπει να μασουλά. Δάκρυα χαράς κατρακυλούσαν στο πρόσωπο του. Θα την έπαιρνε και πάλι σύντομα κοντά του. Θα την κυνηγούσε στο πάρκο για να μη φάει βλακείες και δε θα βλαστημούσε. Ίσως λίγες φωνές της στιγμής. Κατά βάθος θα ήταν ευτυχισμένος που η φίλη του θα μπορούσε να φάει ολόκληρο δάσος, εάν της έκανε κέφι. Ο γιατρός απ’ την άλλη μιλούσε για θαύμα. Είπε πως ήταν λες και ο θεός της είχε δώσει χαστούκι και είχε συνέλθει. Όχι γιατρέ. Δεν ήταν ο θεός. Ούτε ήταν χαστούκι…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *