Θάλασσα πιθανοτήτων

Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό του Ιουνίου σε κάποια παραλία της Χαλκιδικής. Οι μεγάλες ζέστες δεν είχαν πιάσει ακόμη και το δροσερό απαλό αεράκι έκανε την ατμόσφαιρα ειδυλλιακή. Τα καταγάλανα νερά ήταν ακόμη ανέγγιχτα από τον πολύ κόσμο, πράγμα που για μερικούς ρομαντικούς τύπους συνιστούσε πόλο έλξης. Τρεις παρέες βρίσκονταν όλες κι όλες στην παραλία, εκ των οποίων η μία αποτελούνταν κυρίως από νεαρούς που έπαιζαν διάφορα αθλήματα στην αμμουδιά, η άλλη παρέα ήταν δυο φιλικές οικογένειες που κάθονταν κάπου παράμερα και συζητούσαν χαμηλόφωνα αναλύοντας τα σχέδια τους για το καλοκαίρι, και τέλος, υπήρχε και μια παράξενη συντροφιά νεαρών εκ του εξωτερικού, πιθανότατα βόρειων χωρών καθώς ήταν κάτασπροι σα το γάλα, οι οποίοι μάλιστα δεν πλησίαζαν καθόλου το νερό, μα κάθονταν ζαλισμένοι κάτω από τον ήλιο παρατηρώντας τους νεαρούς που έπαιζαν βόλεϊ. Σχολίαζαν αρκετά συχνά κι αυτό είχε αρχίσει να ενοχλεί τους νεαρούς που σχετικά γρήγορα πέρασαν στην αντεπίθεση. Η μπάλα του βόλεϊ προσγειωνόταν πια όλο και πιο συχνά κοντά στην παρέα των ξένων, προκαλώντας τους σύγχυση με την άμμο που εκσφενδονιζόταν προς το μέρος τους.

Η κόντρα ανάμεσα στα αρσενικά των δυο παρεών δεν άργησε να αρχίσει, στην αρχή απλώς με κάποια αγριοκοιτάγματα και στη συνέχεια ακολούθησαν και χειρονομίες θυμού, με την κάθε πλευρά να νιώθει προσβεβλημένη απ’ την συμπεριφορά της άλλης. Παρ’ όλους όμως τους κακούς οιωνούς που προμήνυαν φασαρίες, τελικά η διαμάχη έληξε με τον ομορφότερο δυνατό τρόπο.

Αυτή τη φορά η μπάλα του βόλεϊ ταξίδεψε λίγη ώρα παραπάνω και προς μεγάλη έκπληξη όλων προσγειώθηκε στον ώμο ενός απ’ τα παιδιά της παρέας των ξένων. Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιο δεν ήταν στα σχέδια των νεαρών που παίζαν βόλεϊ, έγινε πραγματικά κατά λάθος. Ο Βασίλης ήταν αυτός που ανέλαβε να πάει να πάρει την μπάλα πίσω και να ζητήσει συγνώμη απ’ την κοπέλα την οποία χτύπησε Κανείς βέβαια δεν πίστεψε πως τα πράματα θα κυλήσουν έτσι απλά, όλοι ήταν έτοιμοι για κάτι παραπάνω, ίσως κάποιες τελευταίες προειδοποιήσεις απ’ την παρέα των ξένων ή ακόμα και για μια σύρραξη σε περίπτωση που οι ξένοι δεν απαντούσαν στη συγνώμη με ευγένεια. Ο Βασίλης όμως και η κοπέλα που τη χτύπησε η μπάλα, η Kathrin, είχαν τελείως διαφορετικά σχέδια.

Ήδη κιόλας απ’ τα δέκα μέτρα απόστασης, καθώς τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, κάτι μαγικό φάνηκε να συμβαίνει. Αμέσως οι κινήσεις τους έγιναν νευρικές, έως ότου ο Βασίλης να βρεθεί ακριβώς μπροστά της. Τότε και οι δυο τους κοκάλωσαν κι έμειναν να κοιτιούνται για αρκετά δευτερόλεπτα. Οι γύρω τους κατάλαβαν γρήγορα τι συνέβαινε γι’ αυτό τα νεύρα και τη διάθεση για φασαρία διαδέχτηκαν τα κρυφογελάκια. Ο Βασίλης και η Kathrin δεν αντάλλαξαν πολλά λόγια εκείνο το πρωινό κι αυτό γιατί δεν είχαν ακόμη καταλάβει τι τους είχε πραγματικά συμβεί. Μπορεί να είχαν δει πολλές φορές παρόμοιες καταστάσεις στις ταινίες της τηλεόρασης και του σινεμά, ή να διάβασαν κάτι παρόμοιο σε κάποιο βιβλίο. Σαν παιδιά είχαν σίγουρα ακούσει για το αγγελάκι που κάνει βόλτες και εκτοξεύει αδιακρίτως τα βέλη του έρωτα, τώρα όμως που υπήρξαν αυτοί ο στόχος, τα πράματα έμοιαζαν κάπως διαφορετικά.

Τις επόμενες δύο μέρες τις πέρασαν ολοκληρωτικά οι δυο τους. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που άνοιγαν το πρωί τα μάτια τους, έψαχναν απεγνωσμένα ο ένας το βλέμμα του άλλου, ένα χαμόγελο ή κάποια λέξη, κάτι που να υποδηλώνει ανταπόκριση για τα αισθήματα τους. Όλα γύρω τους έμοιαζαν να ζουν και να αναπνέουν για τη στιγμή που θα κλειδώσει ο μεγάλος αυτός έρωτας που τόσο απρόσμενα είχε γεννηθεί εκείνο το πρωινό του Ιουνίου.

Η εξομολόγηση ξεκίνησε απ’ τον Βασίλη λίγες ώρες πριν η Kathrin αναχωρήσει πάλι πίσω για την πατρίδα της. Είχε άγχος μεγάλο μην απορριφτεί, μα ακόμη μεγαλύτερος ήταν ο φόβος του μήπως τυχόν και δεν την ξαναέβλεπε. Οι ανησυχίες του όμως αυτές ευτυχώς καλμάρισαν γρήγορα, καθώς η Kathrin τον διαβεβαίωσε πως τα συναισθήματα που της περιέγραψε εκ μέρους του, ίσχυαν ακριβώς τα ίδια και στην περίπτωση της. Επιπλέον, του υποσχέθηκε από τα βάθη της ψυχής της πως θα κάνει ότι περνάει απ’ το χέρι της για να ξαναέρθει μέσα κιόλας στο ίδιο καλοκαίρι.

Προς μεγάλη έκπληξη του Βασίλη που πίστευε πως δεν θα ανταμώνανε ποτέ ξανά, η Kathrin κατάφερε τελικά να πείσει τους γονείς της και επέστρεψε στην Ελλάδα και την Χαλκιδική για μια ολόκληρη βδομάδα. Χρόνια μετά θα εκμυστηρευόταν και οι δυο τους πως αυτή η βδομάδα υπήρξε η ομορφότερη στη ζωή τους. Ένιωθαν μια ευτυχία μοναδική, σαν κάτι που δε θα μπορούσε να χαθεί ποτέ. Τα πάντα γύρω τους έμοιαζαν πρωτόγνωρα όμορφα και απλά, με το χρόνο να τα χαϊδεύει μα να μη τα παραποιεί ποτέ. Ακόμη κι όταν μια βδομάδα μετά η Kathrin γύρισε στη χώρα της, ο Βασίλης ένιωθε σαν να είχε γεμίσει από ευτυχία για άλλες δέκα ζωές. Τις στιγμές που είχε ανάγκη από λίγη αγάπη και στοργή, χρειαζόταν απλώς να κλείσει τα μάτια του και να φανταστεί το αγγελικό της πρόσωπο να του χαμογελά, τη γλυκιά φωνή της να του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί και το άρωμα της να παίζει κρυφτό με την πραγματικότητα των αισθήσεων. Αυτά τα αισθήματα μέχρι το επόμενο καλοκαίρι δεν είχαν χάσει στάλα από τη δύναμη τους. Ο Βασίλης αυτή τη φορά ήταν σίγουρος πως όχι απλώς θα την ξαναέβλεπε, μα πως θα περνούσε και την υπόλοιπη ζωή του μαζί της.

Έτσι κι έγινε λοιπόν, η Kathrin γύρισε το επόμενο καλοκαίρι στην Ελλάδα, μα ξανάφυγε μονάχα για το μήνα του μέλιτος. Οι οικογένειες τους δεν έφερναν αντίρρηση για το παραμικρό, καθώς είχαν θαμπωθεί ,όπως κι όλοι οι γνωστοί και φίλοι, από την ζωοποιό αγάπη του ζευγαριού. Τόσο πολύ είχαν χαρεί οι οικογένειες τους με το δέσιμο αυτού του ζευγαριού, που μονάχα άλλες δυο φορές σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή τους θα χαίρονταν ξανά σε τέτοιο βαθμό. Οι φορές αυτές μάλιστα απέκτησαν και όνομα, Μαίρη και Κωνσταντίνος. Ήταν δυο υγιέστατα και πανέμορφα παιδάκια που αργότερα θα γινόντουσαν κι αυτά με την σειρά τους δύο στολίδια της κοινωνίας, με την κάθε τους ενέργεια να ξεχειλίζει από αγάπη και καλοσύνη. Ένας κύκλος ζωής θα συνέχιζε μες το χρόνο να διαγράφεται, η ομορφιά θα γεννούσε ομορφιά, η αγάπη θα μετέδιδε αγάπη και η ζωή θα δημιουργούσε το ανώτερο, κερδίζοντας την σημαντικότερη όλων των μαχών.

Η διεθνής έκθεση βιβλίου έχει έρθει στην πόλη για τρεις μόλις μέρες και ο κόσμος ξεχύνεται στην παραλία για να παρακολουθήσει το σημαντικό αυτό γεγονός από κοντά. Περίπτερα από εκδοτικούς οίκους διάφορων χωρών έχουν κατακλείσει μεγάλο μέρος της παραλίας, ενώ στο υπόλοιπο κομμάτι λαμβάνουν μέρος εκδηλώσεις όπως ομιλίες για την σημασία του βιβλίου στις μέρες μας και την προσπάθεια που γίνεται για την διάσωση του. Ο κόσμος δείχνει να ενδιαφέρεται κι αυτό δίνει σε όλους τους συμμετέχοντες διάθεση και κουράγιο. Μπαμπάδες ζητάνε απ’ τα παιδιά τους να κάνουν λίγο υπομονή για να ρωτήσουν σε κάποιο περίπτερο κάτι που τους ενδιαφέρει, γυναίκες όλων των ηλικιών ξεφυλλίζουν βιβλία με ρομαντικές ιστορίες και νεαροί φοιτητές ψάχνονται στα περίπτερα με βιβλία επιστημονικού περιεχομένου. Τα βιβλία κατάφεραν για τις τρεις αυτές μέρες να δώσουν μιαν επιπλέον πνοή στη ζωή αυτής της πόλης.

Την ευχάριστη όμως αυτή εκδήλωση πλαισιώνει μια άκρως δυσάρεστη κυκλοφοριακή συμφόρηση στις γύρω περιοχές. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα, ανυπόμονοι οδηγοί, κορναρίσματα, φωνές και ενοχλητική ζέστη. Ένα πέπλο εκνευρισμού καλύπτει την πόλη για τις μέρες αυτές κι όσοι συμμετέχουν στο πανδαιμόνιο αυτό, θα πρέπει να έχουν ως προτεραιότητα την ασφάλεια τους . Υπάρχουν όμως και οι περαστικοί, τους οποίους η τύχη χαϊδεύει μόνο για μια στιγμή κι αυτό συνήθως επιλέγει να το κάνει με έμμεσο και ύπουλο τρόπο. Κάπως έτσι λοιπόν, σε κάποιο στενό της πόλης, χτυπάει ένα κινητό, το απαντάει κάποιος άνδρας και εκνευρίζεται πολύ με αυτά που ακούει, στη συνέχεια πατάει γκάζι και αγνοώντας το stop πριν τη στροφή, πέφτει τελικά πάνω σε ένα διερχόμενο αυτοκίνητο με οδηγό έναν ανυποψίαστο νεαρό. Το ρολόι γράφει 19:16.

Κάπου πολύ πολύ μακριά, σε μια καλόγουστα διακοσμημένη μικρή καφετερία, κάθονται δυο κοπέλες και συζητάνε για το επερχόμενο ταξίδι τους. Αμφότερες είναι όμορφες κοπέλες, απλώς η μία έχει μια γλυκύτητα και μία χάρη που την κάνει να ξεχωρίζει. Οι κινήσεις των χεριών της είναι αξιολάτρευτες και η φωνή της μοναδικά μελωδική. Ευτυχισμένο χορεύει το ποτήρι του εσπρέσο αγκαλιασμένο από τα μικρά απαλά χέρια της καθώς αυτά πλησιάζουν το καλαμάκι στα χαρωπά της χείλη. Για την ακρίβεια, τα πάντα πάνω της μοιάζουν τη στιγμή αυτή να φωτοβολούν από χαρά. Δε μπορεί να σκεφτεί το παραμικρό που θα της χαλάσει τις διακοπές της. Τα έχει υπολογίσει όλα. Κοιτάει το ρολόι της για να ξέρει πόσος χρόνος της απομένει για να ξεκινήσει για το αεροδρόμιο. Το ρολόι γράφει 19:16.

Πάλι κάπου μακριά, μια κοπελίτσα μπαίνει στο σπίτι της, καθώς επαναλαμβάνει από μέσα της ξανά και ξάνα αυτά που έχει προετοιμάσει να πει στη μητέρα της όταν την ρωτήσει τον λόγο που άργησε τόσο πολύ, αφού έλειψε ολόκληρο το μεσημέρι, μη έχοντας μάλιστα φάει το γεύμα που με τόσο κόπο είχε ετοιμάσει η μητέρα της. Ήταν μια συνταγή που είχε δει κατά λάθος την προηγουμένη ημέρα σε κάποια εκπομπή στην τηλεόραση. Είχε καταβάλει τεράστια προσπάθεια για να την υλοποιήσει με επιτυχία και περίμενε με μεγάλη αγωνία τον άντρα και την κόρη της για να της πουν την γνώμη τους, τρώγοντας όλοι μαζί σαν οικογένεια στο όμορφο τραπέζι που είχε ετοιμάσει. Μια έκτακτη όμως υποχρέωση ανάγκασε τον άντρα της να μείνει παραπάνω στη δουλειά, ενώ η κόρη της τριγυρνούσε στους δρόμους χωρίς την παραμικρή ενημέρωση για το που θα είναι. Η πιθανότητα λοιπόν να μην γίνει φασαρία είναι μικρή κι αυτό θα συμβεί μονάχα στην περίπτωση που θα υπάρξει από την κόρη μια καλή δικαιολογία. Την αλήθεια φυσικά δεν μπορεί να την πει, αφού οι κανόνες και οι αξίες της οικογένειας είναι τέτοιες που δεν το επιτρέπουν.

Μια φίλη της κοπέλας, για να γιορτάσει τα γενέθλια της, διάλεξε λιγοστά κορίτσια από την τάξη της και τα πήγε για φαί. Μαζί με το φαί όμως πρόσφερε στα κορίτσια να δοκιμάσουν και μια μπύρα, αλλά και για τις πιο τολμηρές να δοκιμάσουν και από κανένα τσιγαράκι. Η αλήθεια πάντως είναι πως η κοπέλα που γιόρταζε δεν ήταν και το πιο ήσυχο κορίτσι. Αντιθέτως μάλιστα, είχε πολύ άσχημη φήμη για τις ακραίες συμπεριφορές της εντός της τάξης, κάτι που είχε οδηγήσει τις οικογένειες των άλλων κοριτσιών να απαγορεύσουν κάθε επαφή μαζί της. Γι’ αυτούς τους λόγους έπρεπε πάση θυσία να μείνει η συνάντηση τους μυστική. Εδώ θα ήταν όμως καλό να πούμε μία ακόμη αλήθεια. Η εορτάζουσα ξεγέλασε λιγάκι τα κορίτσια, καθώς τα γενέθλιά της ήταν την επόμενη μέρα, τα κανόνισε όμως έτσι γιατί ήθελε να περάσει τη μέρα αυτή με το νέο της αγόρι που γνώρισε μόλις μια βδομάδα πριν σε κάποια σχολική εκδρομή.

Με αυτά και με κείνα, η διαμάχη ανάμεσα σε μητέρα και κόρη μοιάζει αναπόφευκτη. Λίγες επιπόλαιες φωνές στην αρχή και πολλά σκληρά λόγια στη συνέχεια. Η κοπέλα νιώθει πια σίγουρη πως ήρθε η ώρα για τη μικρή της επανάσταση. Έχει σιχαθεί αυτούς τους ηλίθιους κανόνες και θέλει να δείξει στη μητέρα της πως είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μην χρειάζεται να δίνει αναφορά για τα πάντα. Από την άλλη, η μητέρα της βγαίνει γρήγορα εκτός εαυτού με τις προσβολές και την πρωτοφανή θρασύτητα που επιδεικνύει με τόση μαεστρία η κόρη της. Αυτή τη μέρα πρέπει να την προετοίμαζε πολύ καιρό η μικρή, γι’ αυτό και η μητέρα της αποφασίζει πως τούτη τη κρίσιμη μάχη δεν πρέπει να τη δώσει μόνη της. Σπεύδει στο τηλέφωνο για να πάρει τον άντρα της και συγχρόνως κοιτάει την ώρα για να υπολογίσει που θα τον πετύχει. Λογικά όμως θα έχει τελειώσει απ’ τη δουλειά. Πράγματι, έχει φύγει απ’ το γραφείο του και είναι στο δρόμο της επιστροφής. Του λέει σε έντονο ύφος αυτά που θέλει και θυμωμένη κλείνει το τηλέφωνο. Το ρολόι γράφει 19.16.

Ένας νεαρός οδηγεί. Δεν τρέχει και είναι αρκετά προσεκτικός. Μόνο ένα μικρό μέρος του νου του ταξιδεύει αλλού, κάνει σχέδια για το αύριο, το μεθαύριο, έως και χρόνια μπροστά. Τόσες πολλές επιλογές και αυτός είναι που θα κρίνει και θα διαλέξει. Τι ωραία η αίσθηση να πιστεύει κανείς πως μπορεί και χαράζει μοναχός του την πορεία της ζωής του. Αυτήν ακριβώς την αίσθηση γυροφέρνει στα χείλη του μυαλού του ο νεαρός αυτός, όταν ξαφνικά ένα αμάξι εμφανίζεται από το πουθενά και προσκρούει πάνω στο δικό του. Το αρχικό σοκ ήταν μεγάλο. Η γλυκιά αίσθηση της ελευθερίας για επιλογή μοιάζει να χάνεται. Κοιτάζει πανικόβλητος τριγύρω του για να δει τι συνέβη. Ένα βαθούλωμα στην πόρτα, ένα χτύπημα στο κεφάλι και λίγες γρατζουνιές, μία επίσκεψη στο νοσοκομείο, δυο-τρεις εξετάσεις, μια ελαφριά διάσειση, μια μέρα προληπτικής παραμονής του στο νοσοκομείο και από μεθαύριο όλα πάλι κυλούν φυσιολογικά. Αυτό ήταν απλώς μια μικρή ανάπαυλα στην ήδη χαραγμένη πορεία της ζωής του. Όλα θα συνέχιζαν από εκεί που τα άφησε. Η γλυκιά αίσθηση της ελευθερίας της επιλογής θα επέστρεφε και πάλι.

Ένα κουβάρι από ζωές ανθρώπων που δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους και ένα τρομαχτικό παιχνίδι της τύχης. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι γνωρίζονται τυχαία σε κάποια σχολική εκδρομή και αποφασίζουν μια βδομάδα μετά να περάσουν μαζί την ημέρα γενεθλίων του κοριτσιού. Γι’ αυτό το λόγο το κορίτσι βγάζει να κεράσει τις φίλες της μια μέρα νωρίτερα. Μια από τις φίλες της έχει πολύ αυστηρούς γονείς κι έτσι τους αποκρύπτει τον εορταστικό δείπνο με τις φίλες της. Υπό άλλες συνθήκες θα γινόταν απλώς ένας σύντομος διαπληκτισμός, έτυχε όμως η μητέρα της κοπέλας να έχει μαγειρέψει μια εξαίσια συνταγή που είδε τυχαία την προηγούμενη μέρα στην τηλεόραση και έγινε έξω φρενών που η κόρη της δεν ήταν σπίτι στην ώρα της για να φαί και να επικροτήσει την προσπάθεια της. Ύστερα λοιπόν από μία έντονη μεταξύ τους διαμάχη η μητέρα αποφασίζει να ζητήσει τη βοήθεια του άντρα της, ο οποίος είχε επίσης απροσδόκητα αργήσει να επιστρέψει στο σπίτι από κάτι έκτακτο που του έτυχε και τον κράτησε παραπάνω ώρα στη δουλειά. Το τηλεφώνημα τον πέτυχε στο δρόμο. Έγινε έξαλλος και πάτησε γκάζι για να φτάσει γρήγορα σπίτι του και να συνετίσει την απαράδεκτη κόρη του. Δυστυχώς, από δικό του λάθος, τράκαρε με το αμάξι ενός νεαρού, ο οποίος δεν έπαθε κάτι σοβαρό αλλά για προληπτικούς λόγους έμεινε μια μέρα μέσα στο νοσοκομείο. Οι φίλοι του, που δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί, τον πήραν τηλέφωνο και του πρότειναν να πάνε όλοι μαζί για το πρώτο τους μπάνιο στη θάλασσα. Όταν φυσικά έμαθαν τα νέα, έσπευσαν στο νοσοκομείο για να του συμπαρασταθούν. Ο νεαρός Βασίλης λοιπόν, δεν πήγε τελικά εκείνη τη μέρα στη θάλασσα και δεν γνώρισε ποτέ του την Kathrin, που την προηγούμενη μέρα καθόταν ανυποψίαστη σε κάποια καφετέρια της Στοκχόλμης και υπολόγιζε πως τίποτα στραβό δε θα συνέβαινε στις διακοπές της. Το παιχνίδι όμως της μοίρας είναι τέτοιο που μπορεί να μας χτυπήσει χωρίς να μας δείξει τα χαρτιά της. Η Kathrin δε γνώρισε ποτέ της τον Βασίλη, δεν τον ερωτεύτηκε και δεν τον παντρεύτηκε. Έχασε την ευκαιρία να ζήσει κάτι τόσο όμορφο και ξεχωριστό που παρόμοιο του δεν θα ξαναζήσει. Δεν έζησε την υπόλοιπη ζωή της στην Ελλάδα και δεν γέννησε δύο αξιολάτρευτα παιδιά, την Ειρήνη και τον Κωνσταντίνο.

Απ’ την άλλη πάλι, μπορεί στη συνέχεια της ζωής της να γνωρίσει κάποιον άλλον εξαίρετο νεαρό, να τον ερωτευτεί, να παντρευτούν και να κάνουν δύο ή και περισσότερα αξιολάτρευτα παιδιά. Ακόμη κι έτσι όμως, η ζωή της σίγουρα θα είναι διαφορετική. Εκείνη το απόγευμα στη καφετέρια με τη φίλη της, στις 19.16, η ζωή της άλλαξε ραγδαία κι αυτή δεν θα το μάθει ποτέ της. Αυτό ακριβώς είναι το πιο μαγικό από όλα. Κάθε δευτερόλεπτο η ζωή μας μπορεί να υποστεί μεταβολές από ανθρώπους που δεν τους γνωρίζουμε αλλά και που μπορεί να μην τους γνωρίσουμε ποτέ μας. Μια θάλασσα πιθανοτήτων, ένα μπουρδούκλωμα ζωών, ένας πίνακας ζωγραφικής γεμάτο ποικίλες γραμμές, κι αυτό που τελικά προκύπτει το λέμε δική μας επιλογή. Η αλήθεια όμως είναι μάλλον διαφορετική.

Είτε άμεσα εμπλεκόμενοι άνθρωποι όπως κάποιος χαζός που πέφτει με το αμάξι του πάνω μας, είτε έμμεσα όπως ένα κορίτσι που αποφασίσει να γιορτάσει τα γενέθλια της με της φίλες της μια μέρα νωρίτερα, μια γυναίκα που βλέπει μια συνταγή μαγειρικής στην τηλεόραση και καταπιάνεται με ζέση να την υλοποιήσει, ακόμη ακόμη κι ένας υπάλληλος που αρρωσταίνει και την δουλειά του αναλαμβάνει κάποιος άλλος που αναγκάζεται να μείνει στη δουλειά έως αργά, όλες αυτές οι λεπτομέρειες που για τον Βασίλη και την Kathrin είναι άγνωστες και ασήμαντες, στην πραγματικότητα ήταν απίστευτα καθοριστικές. Κάτι από όλα αυτά να μην είχε συμβεί τη δεδομένη χρονική στιγμή, ο Βασίλης και η Kathrin θα είχαν γνωριστεί και οι ζωές τους θα ήταν πολύ διαφορετικές. Δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι είναι η ζωή…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *